πάρφασις
German (Pape)
French (Bailly abrégé)
poét. c. παράφασις.
English (Autenrieth)
(παράφημι): persuasion, allurement, Il. 14.317†.
English (Slater)
πάρφᾰσις
1 misrepresentation ἐχθρὰ δ' ἄρα πάρφασις ἦν καὶ πάλαι, αἱμύλων μύθων ὁμόφοιτος δολοφραδής, κακοποιὸν ὄνειδος (N. 8.32)
Greek Monolingual
-άσεως, ή, Α
(ποιητ. τ.) βλ. παράφασις (Ι).