Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάρφασις

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

German (Pape)

[Seite 529] ἡ, ep. statt παράφασις, Il. 14, 217.

French (Bailly abrégé)

poét. c. παράφασις.

English (Autenrieth)

(παράφημι): persuasion, allurement, Il. 14.317†.

English (Slater)

πάρφᾰσις
   1 misrepresentation ἐχθρὰ δ' ἄρα πάρφασις ἦν καὶ πάλαι, αἱμύλων μύθων ὁμόφοιτος δολοφραδής, κακοποιὸν ὄνειδος (N. 8.32)

Greek Monolingual

-άσεως, ή, Α
(ποιητ. τ.) βλ. παράφασις (Ι).

Greek Monotonic

πάρφᾰσις: -φασία, ποιητ. αντί παράφασις, -φασία.

Russian (Dvoretsky)

πάρφᾰσις: εως ἡ эп. = * παράφασις.