Δοῦλος γεγονὼς ἑτέρῳ <γε> δουλεύειν φοβοῦ → Servire in servitute servo alii time → Als Sklave wolle keinem Sklaven Sklave sein
ἀναστρέφω ;; μεταρρίπτω ;; ἀνατρέπω ;; ἀντρέπω ;; συγχέω ;; μεταστρέφω ;; διαφέρω ;; στρέφω