Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀναστρέφω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀναστρέφω Medium diacritics: ἀναστρέφω Low diacritics: αναστρέφω Capitals: ΑΝΑΣΤΡΕΦΩ
Transliteration A: anastréphō Transliteration B: anastrephō Transliteration C: anastrefo Beta Code: a)nastre/fw

English (LSJ)

poet. ἀνστρέφω, pf. ἀνέστροφα v.l. in Theognet.1.8, 3pl. A ἀνέστροφαν Cerc.Fr.17.30:—turn upside down, μήπως . . δίφρους ἀνστρέψειαν might upset them, Il.23.436; ὁ θεὸς πάντ' ἀ. πάλιν E.Supp.331; ἀ. γένος Ar.Av.1240; τὴν ζοήν Cerc.l.c.; ἀ. καρδίαν upset the stomach, i.e. cause sickness, Th.2.49; reverse, A.Pers.333, Ar.Pl.779:—Pass., fut. ἀναστραφήσεσθαι τὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα Isoc.5.64: pf. ἀνεστράφθαι τῆς πολιτείας Id.6.66 codd.; ὄρος ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσει turned up by digging, Hdt.6.47, cf. X.Oec. 16.12. 2 invert order of words or statements, Demetr.Eloc.11, al., Hermog.Id.1.11:—also in Pass., with ref. to ἐπαναστροφή (q. v.), ib.12. 3 = ἀρνεῖσθαι, S.Fr.1012. II turn back, Com.Adesp. 22.73D.; bring back, τινὰ ἐξ Ἅιδου S.Ph.449, cf. E.Hipp.1228; ἀ. δίκην τινί Id.Ba.793; ὄμμ' ἀ. κύκλῳ to roll it about, Id.Hel.1557. 2 intr., turn back, retire, Hdt.1.80, etc.; esp. in part., ἀναστρέψας ἀπήλαυνεν X An.1.4.5, etc.; but also, rally, of troops, Th.4.43, X.HG6.2.21, cf. B.111.1:—ἀναστρέφον, τό, v. a)nakukliko/s. III in Gramm., write with anastrophe, as πέρι for περί, Hdn.Gr.2.52,66:—Pass., 1.481, al. 2 Math., ἀναστρέψαντι convertendo, Euc.5.19Cor.; so in Logic, οἱ ἀντιστρέφοντες οὐχ οἱ ἀναστρέφοντες ἀλλήλοις λόγοι συναληθεύονται Gal.11.465. B Pass., v. supr. A.1. II dwell in a place, ἀλλά τιν' ἄλλην γαῖαν ἀναστρέφομαι go to a place and dwell there, Od.13.326, cf. Call. Lav.Pall.76, Aet.1.1.6 (so ἀναστρέφειν πόδα ἐν γῇ E.Hipp.1176); ἀναττρέφεσθαι ἐν Ἀργει Id.Tr.993; ἐν φανερῷ, ἐν μέσῳ, go about in public, X.HG6.4.16, Pl.R.558a; ἀ. ταύτῃ Th.8.94; ἐν εὐφροσύναις X.Ag.9.4; ἐν τοῖς ἤθεσι Pl.Lg.865e; ἀ. ἐν ξυμμαχίᾳ continue in an alliance, X.HG7.3.2; ἀ. ἐν γεωργίᾳ to be engaged in .., Id.Oec.5.13; ἐπὶ κυνηγεσίαις Plb.32.15.9; ἀ. ἔν τινι dwell upon, in writing, Apollon. Cit.2: generally, conduct oneself, behave, ὡς δεστότης X.An.2.5.14; οὑτωσί Arist.EN1103b20; θρασέως, ἀχαρίστως καὶ ἀσεβῶς εἴς τινα, Plb.1.9.7, 23.17.10; ἐν ταῖς ἀρχαῖς ὁσίως IG12(7).233 (Amorgos); ὡς τὰ παιδία Epict.Ench.29.3; πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ θεοῦ ἀ. 1 Ep.Ti.3.15. 2 revolve, like the sun in the heavens, X.Mem.4.3.8. III of soldiers, face about, rally, Id.An.1.10.12, HG6.2.20, etc. 2 to be reversed or inverted, ἐμοὶ τοῦτ' ἀνέστραπται Id.Hier.4.5, cf. Cyr.8.8.13, Arist. Mech.854a10. 3 return, Pl.Plt.271a; retreat, Arist.HA621b34.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 209] p. ἀνστρέφω, 1) zurück-, umwenden, umkehren, δίφρους, die Wagen umstürzen, Il. 23, 436; ὄρος ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσει, ganz umgekehrt; Her. 6, 47; τὸ ἔμβαμμα, umstoßen, Xen. Cyr. 2, 2, 5, – zurückholen, -rufen, ἐξ ἅδου Soph. Phil. 447; πόδα, den Fuß zurückwenden, zurückkehren, Eur. Hipp. 1176; mit dem Pfluge das Land umwenden, umackern, Plat.; mit πάλιν, z. B. εἱμαρμένη ἀναστρέφει πάλιν τὸν κόσμον Polit. 272 e; ebenso τὸν λόγον, wiederholen, Legg. I, 626 e; Xen. Hier. 4, 5 ἐμοὶ τοῦτ' ἀνέστραπται, bei mir ist das umgekehrt; vgl. Cyr. 8, 8, 13. – 2) oft intrans., umkehren, eigtl. sich umwenden, μένοντες ἢ ἀναστρέφοντες Plat. Lach. 191 e; oft Xen. An., z. B. 4, 3, 29 ἀναστρέψαντες ἐπὶ δόρυ ἡγεῖσθαι. Dah. τὸ ἀναστρέφον, ein Gedicht, das man auch rückwärts lesen kann, s. Leon. Alex. 33 (VI, 323). – Ebenso med., Plat. Lach. 191 c; bes. von der Flucht umkehren, Halt machen gegen den Feind, Xen. Cyr. 2, 1, 9; An. 1, 10, 12 ἀνεστράφησαν; geradezu dem φεύγειν entgegengesetzt, Hell. 4, 3, 4; vgl. so ἀναστραφῆναι Dionys. com. Ath. IX, 405 (v. 12). – 3) pass. mit fut. med., wie versari, sich an einem Orte herumdrehen, sich da aufhalten, γαῖαν, Od. 13, 326, sich zu dem Lande hinwenden u. darin verweilen; μενόντων καὶ ἀναστρεφομένων ἐν μέσῳ Plat. Rep. VIII, 558 a; so ἐν φανε ρῷ Xen. Hell. 6, 4, 16; ἐν ὀφθαλμοῖς Plut. Rom. 9; vgl. Xen. Cyr. 8, 8, 7; von der Sonne, die sich am Himmel herumdreht, Mem. 4, 3, 8; οἱ ἐν τῇ γεωργίᾳ ἀναστρεφόμενοι, die sich mit dem Landbau beschäftigen, Oec. 5, 13; ἐν μέσαις εὐφροσύναις Ages. 9, 4, mitten unter Ergötzlichkeiten; ἐν ταῖς ἡγεμονείαις, Anführer sein, Pol. 9, 21, der es oft mit adv. verbindet, z. B. θρασέως, ῥᾳθύμως, ἀσεβῶς εἴς τινα, 1, 9. 86. 25, 1.

Greek (Liddell-Scott)

ἀναστρέφω: ποιητ. ἀνστρέφω: μέλλ. -ψω: πρκμ. ἀνέστροφα Θεόγνητος ἐν «Φάσματι» 1. 8, γυρίζω τι «ξανάστροφα», στρέφω τὰ ἄνω κάτω, ἀνατρέπω, μή πως... δίφρους ἀνστρέψειαν Ἰλ. Ψ. 436· ὁ γὰρ θεὸς πάντ᾿ ἀν. πάλιν Εὐρ. Ἱκ. 331· ἀν. γένος Ἀριστοφ. Ὄρ. 1240· ἀναστρέφειν τὴν καρδίαν, ἀναστρέφειν τὸν στόμαχον, ἐγείρειν ἔμετον, ἀνέστρεφέ τε αὐτὴν [τὴν καρδίαν] κτλ. Θουκ. 2. 49: ἀνατρέπω, Αἰσχύλ. Πέρσ. 333, Εὐρ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., κτλ., Ἀριστοφ. Πλ. 779: ‒ Παθ. μέλλ. ἀναστραφήσεται τὰ πράγματα Ἰσοκρ. 95Α· πρκμ., ἀνεστράφθαι τῆς πολιτείας ὁ αὐτ. 129Ε· ὄρος... ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσει, ἀνεσκαμμένον πανταχοῦ ἐν τῇ ζητήσει μετάλλων, Ἡρόδ. 6. 47, πρβλ. Ξεν. Οἰκ. 16, 11. ΙΙ. στρέφω ὀπίσω, φέρω ὀπίσω, τινὰ ἐξ ᾍδου Σοφ. Φ. 449, πρβλ. Εὐρ. Ἱππ. 1228· ἀναδικάζω τινά, ἢ σοὶ πάλιν ἀναστρέψω δίκην ὁ αὐτ. Βάκχ. 793· ὄμμ᾿ ἀν. κύκλῳ, περιστρέφω, ὁ αὐτ. Ἑλ. 1557: συλλέγω στρατιώτας, Ξεν. Ἑλ. 6. 2, 21. 2) ἀμετάβ., στρέφω ὀπίσω, γύρῳ ἢ πέριξ, ὑποστρέφω, ἀποχωρῶ, Ἡρόδ. 1. 80, καὶ συχν. παρ᾿ Ἀττ., ἰδίως κατὰ μετοχ., ἀναστρέψας ἀπήλαυνεν Ξεν. Ἀν. 1. 4, 5, κτλ.: ‒ ἀναστρέφον, τό, ἴδε ἀνακυκλικός. ΙΙΙ. παρὰ γραμμ., γράφω κατ᾿ ἀναστροφήν, ὡς π.χ. πέρι ἀντὶ περὶ Σχόλ. Ἑνετ. Ἰλ. Ι. 449. Β. Παθ., ἴδε ἀνωτ. Ι. ΙΙ. εἶμαι ἢ κατοικῶ ἔν τινι τόπῳ, ὡς τὸ Λατ. versari, ἀλλά τιν᾿ ἄλλην γαῖαν ἀναστρέψομαι, ἀλλὰ περιστρέφομαι εἰς ἄλλην τινὰ χώραν, Ὀδ. Ν. 326, πρβλ. Καλλ. Λουτρ. Παλλ. 76· (οὕτως, ἀναστρέφειν πόδα ἐν γῇ Εὐρ. Ἱππ. 1176)· ἀναστρέφεσθαι ἔν Ἄργει ὁ αὐτ. Τρῳ. 993· ἐν φανερῷ, ἐν μέσῳ, Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 16, Πλάτ. Πολ. 558Α· ἀν. ταύτῃ Θουκ. 8. 94· ἐν εὐφροσύναις Ξεν. Ἀγησ. 9. 4· ἐν τοῖς ἤθεσι Πλάτ. Νόμ. 865Ε: ‒ οὕτως, ἀν. ἐν ξυμμαχίᾳ, διατελῶ ἐν συμμαχίᾳ, Ξεν. Ἑλλ. 7. 3, 2· ἀν. ἐν γεωργίᾳ, καταγίνομαι εἰς τὴν γεωργίαν..., ὁ αὐτ. Οἰκ. 5. 13· ἐπὶ κυνηγεσίαις Πολύβ. 32. 15, 19: ‒ καθόλου, διάγω, συμπεριφέρομαι, Ξεν. Ἀν. 2. 5, 14· θρασέως, ἀχαρίστως ἀν. εἴς τινα Πολύβ. 1. 9, 7., 25. 1, 10. 2) περιστρέφομαι, περιοδικῶς ἐπανέρχομαι, ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῷ οὐρανῷ, Ξεν. Ἀπομν. 4. 3, 8. ΙΙΙ. ἐπὶ στρατιωτῶν, συναγείρομαι καὶ στρέφομαι κατὰ μέτωπον τοῦ ἐχθροῦ, ὅπως δεχθῶ τὴν ἔφοδον αὐτοῦ ἢ ἀντικρούσω αὐτόν, ὁ αὐτ. Ἀν. 1. 10, 12, κτλ. 2) ἀνατρέπομαι, μετατρέπομαι, ἐμοὶ τοῦτ᾿ ἀνέστραπται ὁ αὐτ. Ἱέρ. 4. 5, πρβλ. Κύρ. 8. 8, 13, Ἀριστ. Μηχαν. 20. 5. 3) ἐπανέρχομαι, γεννῶμαι πάλιν, ἐκ γῆς πάλιν ἀναστρεφόμενον Πλάτ. Πολιτικ. 271Α, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 9. 37, 20.

French (Bailly abrégé)

A. (ἀνά, en haut) tourner sens dessus dessous : δίφρους IL renverser des chars ; τὴν πόαν XÉN retourner l’herbe (en labourant) ; Pass. ὄρος ἀνεστραμμένον HDT montagne qu’on a bouleversée (pour en exploiter les mines);
B. (ἀνά, en revenant sur ses pas);
I. tr. 1 ramener : τινα ἐξ ᾋδου SOPH ramener qqn des enfers ; particul. rallier des soldats;
2 tourner et retourner : πόδα EUR son pied, càd aller et venir, circuler;
II. intr. 1 revenir sur ses pas, revenir ; fig. reprendre son récit par le commencement;
2 faire volte-face;
3 tourner d’arrière en avant;
Moy. ἀναστρέφομαι;
1 tourner autour, accomplir sa révolution en parl. du soleil;
2 faire volte-face;
3 aller et venir, circuler, fréquenter, vivre habituellement : ἐν τῷ φανερῷ XÉN au grand jour ; vivre de tel ou tel genre de vie : ἐν τῇ γεωργίᾳ XÉN adonné à l’agriculture ; p. ext. se comporter : ὡς δεσπότης XÉN en maître;
4 aller et venir dans ; se trouver transporté dans : γαῖαν OD dans un pays.
Étymologie: ἀνά, στρέφω.

English (Autenrieth)

aor. opt. ἀνστρέψειαν: overturn, Il. 23.436; mid., wander through (versari), γαῖαν, Od. 13.326.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): poét. ἀνσ- Il.23.436

• Morfología: [pres. ind. med. beoc. ἀστρέφετη IG 7.2849.7; aor. 3.a plu. ἀνεστ[ρά] φεν IG 5(1).1336.4 (Gerenia); perf. 3.a plu. ἀνεστρόφαν Cerc.p.232.30]
A tr. en v. act.
I c. mov. hacia arriba
1 volcar δίφρους Il.23.436, cf. E.Hipp.1228, τὰς τραπέζας Eu.Io.2.15
de situaciones, conducta invertir, dar la vuelta θεὸς πάντ' ... πάλιν E.Supp.331, cf. Rh.332, ἀλλ' αὖ τὰ πάντα πάλιν ἀναστρέψας ἐγώ pero yo a mi vez, cambiando toda (mi) actuación Ar.Pl.779, τὴν ζ<ό>ην ἡμῶν Cerc.l.c., τὸν λόγον invertir el argumento Pl.Lg.626e, cf. S.Fr.1012
en v. pas. τοῖς δὲ τυράννοις καὶ τοῦτο ἔμπαλιν ἀνέστραπται pero para los tiranos la situación es al revés X.Hier.4.5, τοῦτο ... ἀνέστραπται X.Cyr.8.8.13
esp. ref. al orden sintáctico y la composición περίοδον Demetr.Eloc.11, τὰ τοῦ λόγου A.D.Synt.293.18, τὰ τῆς συντάξεως A.D.Synt.138.5, τῶν πραγμάτων τὴν τάξιν Hermog.Id.1.11 (p.283), cf. Nicias Gramm.5, Tyrannio 12, Ptol.Ascal.p.177
en v. pas. διὰ τὸ γίνεσθαι τὴν φάλαγγα πᾶσαν μοχλὸν ἀνεστραμμένον por ser toda romana una palanca invertida Arist.Mech.854a10
de masas de tierra excavar en v. pas. ὄρος ... ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσι Hdt.6.47, πόα ἀναστρεφομένη hierba cavada (de un barbecho) para que se convierta en abono, X.Oec.16.12.
2 revolver, trastornar καρδίαν revolver el estómago en la peste, Th.2.49, en v. pas. ἀναστραφήσεσθαι τὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα Isoc.5.6.4, ἀνεστράφθαι δὲ τὰς πολιτείας Isoc.6.66, cf. Hippol.Haer.6.41 (p.172.22)
trastornar, arruinar γένος Ar.Au.1240.
II c. mov. hacia atrás
1 hacer volver, volver τὰ μὲν πανοῦργα ... ἐξ ᾍδου S.Ph.449, ἢ σοὶ πάλιν ἀναστρέψω δίκην; ¿o habré de volver contra ti de nuevo la justicia? E.Ba.793, τὰ ὦπα Pl.Cra.409c, fig. ὡς οὔκετ' ἐν γῇ τῇδ' ἀναστρέψοι πόδα (dijo) que (Hipólito) no seguiría ya en esta tierra E.Hipp.1176.
2 repetir τὰ αὐτὰ ῥήματα Didym.Trin.2.5.1.
3 revolver, hacer girar, dar vueltas ὄμμ' ... κύκλῳ E.Hel.1557, τὴν μήλην Hp.Steril.244, en la mente πάντα ... παρ' ἑαυτοῖς Chrys.M.58.532.
4 hacer volver atrás, dar marcha atrás a τὸν ... κόσμον πάλιν ἀνέστρεφεν εἱμαρμένη Pl.Plt.272e, βουλεύματα E.Fr.490.
B intr. en v. act. y med.
I 1ser lo inverso, ser al revés ἐπεὶ καὶ ἀναστρέφει· ἄριστός τε γὰρ πολιτικῶν λόγων ὁ Δημοσθενικός, ὅ τε αὖ Δημοσθενικὸς λόγος τῶν πολιτικῶν ἄριστος Hermog.Id.2.10 (p.381), cf. 2.10 (p.389).
2 mat. en la forma ἀναστρέψαντι procediendo a la conversión, por conversión (p.ej. deducir de la proporción = la proporción ) Eucl.5.19 Cor.
3 gram. ir en anástrofe Hdn.Gr.2.52, 66, A.D.Pron.73.8, Synt.310.1
en v. pas. transponer εἰ μέντοι ἀναστραφείη ἡ ἀντωνυμία A.D.Synt.79.22.
II 1dar la vuelta, volverse ἐπειδὴ αὐτὸς ἀναστρέφοι καὶ οἱ μετ' ἐκείνου y cada vez que se daban la vuelta él y los que estaban con él (Protágoras y sus oyentes paseando), Pl.Prt.315b, cf. Plt.271a, ἀνέστρεψέν τις εἰπῶν ὅτι ... Com.Adesp.257.74Au., καὶ ἀναστρέψαντες ἤλθοσαν LXX Ge.14.7
c. prep. y gen. volver ἐκ τῆς Φοινίκης X.An.1.4.5, ἐκ τῆς Χαλκίδος D.19.125, ἀπὸ τοῦ Φερρεφαττίου D.54.8, ἀπὸ τῆς νίκης Hermog.Prog.9, en v. med. mismo sent. ἀναστρέφεται εἰς τὸν θολόν (la sepia) se vuelve a su mancha de tinta Arist.HA 621b34, πρὸς αὐτόν LXX Ge.8.11
2 en la lucha dar media vuelta y plantar cara, revolverse, volver a la carga, cargar, contraatacar πάλιν δὲ ἀπὸ τῶν νεῶν ἀνέστρεψαν οἱ ... Ἀθηναῖοι Th.4.43, ... ἐὰν ... μὴ ἀναστρέφῃ καὶ ἀμύνηται Pl.Lg.944c, cf. R.422c, La.191e, en v. med. mismo sent., Pl.La.191c, X.HG 6.2.20.
3 en v. med. dar vueltas, girar, circular ἐνταῦθα τοῦ οὐρανοῦ ἀναστρέφεσθαι del sol, X.Mem.4.3.8, (αἷμα) μήτ' αὖ ... μόλις ἀναστρέφοιτο ἐν ταῖς φλεψίν Pl.Ti.85c, ἡ δὲ Ῥοδάνθης αὖθις ἐμοῖς στέρνοις φροντὶς ἀναστρέφεται AP 5.237.6 (Agath.).
4 c. prep. más compl. de pers. tener trato con, estar en compañía de, estar μετὰ μεγάλων ἀνδρῶν ἀναστρέφουσιν Vett.Val.89.14
gener. en v. med. ἐν δὲ τοῖσι ... ἀνεστρέφετο entre ellos estaba ... Call.Fr.178.6, esp. c. μετά más gen. o dat. μετὰ θνητῶν, μετὰ θνητοῖς Emp.B 119 (ap. crít.), cf. I.AI 1.55, Ep.Barn.19.6. μετὰ μειζόνων Vett.Val.46.27, cf. 333.34, ἐγγὺς βασιλέων Vett.Val.89.9
c. prep. ἐν más abstr. ocuparse ἀναστραφεὶς ἐν πᾶσι τοῖς πρὸς ἐμέ PBremen 53.36, ἐν τῇ γεωργίᾳ X.Oec.5.13, ἐν <δ'> ἀκροαμάτεσσι πολλοῖς καὶ πραγμάτεσσιν ἀναστρεφθείς Archyt.Fr.Sp.11 (1, p.557), ἐν ταῖς μεταφοραῖς Phld.Rh.1.180.22, cf. 2.260.25, ἐν ταῖς ἀποδείξεσιν Apollon.Perg.Con.4.proem., ἐν ταῖς κυνηγεσίαις Plb.31.29.9
c. περὶ ocuparse, tratar περὶ τὴν τούτων ἀπαίτησιν PGen.6.8, μελησάτω ... ὅπως τὰ παιδία περὶ ... τοὺς γεωργοὺς ἐπιμελῶς ἀναστραφῶσιν PSarap.80.11 (II d.C.)
esp. en tratados cien, ἀπειρότερον ... περὶ τὰ τοιαῦτα A.D.Synt.10.26, βραχυλόγω<ς> ... ἐν τούτοις Apollon.Cit.2.13.
5 comportarse, portarse, conducirse, actuar c. adv. o giros adv. δυσσυνείδητος ἀναστρέψει Vett.Val.209.5, μεταπαθῶς POxy.237.7.23 (II d.C.), οὐκ ἀξίως Euthal.Epp.Paul.M.85.701B
esp. en v. med. ὡς δεσπότης X.An.2.5.14, ὡς τὰ παιδία Epict.Ench.29.3, ὥσπερ ἰδιώτης Plu.Fab.9, οὑτωσί Arist.EN 1103b20, πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι 1Ep.Ti.3.15, μὴ ὀρθῶς OGI 48.9 (III a.C.), καλῶς καὶ ἀξίως τῶν Ἑλλάνων FD 4.163.16 (III a.C.), cf. SIG 587.5 (II a.C.), θρασέως Plb.1.9.7, ἀχαρίστως ... εἰς αὐτούς Plb.23.17.10, ἁγνῶς I.AI 19.72, οὐκ εὐπρεπῶς Chio Heracleota 7.1, ὑπ' ἐνίων τῶν μὴ ἀπὸ τοῦ βελτίστου ἀναστρεφομένων por parte de algunos que no se portan del todo bien, PTeb.786.15 (II a.C.), cf. PFay.12.7 (II a.C.)
c. adv. y prep. más dat. ἀδιαπτώτως ἐν ταῖς ὁρμαῖς Chrysipp.Stoic.3.69, ἔν τε ταῖς ... ἀρχαῖς ... ὁσίως IG 12(7).233 (Amorgos), cf. 1Ep.Clem.21.8, ἐν τοῖς ἄλλοις ... ἀμέμπτως Sardis 4.6 (II a.C.).
6 en v. med. c. ac. de espacio andar, recorrer, habitar τιν' ἄλλην γαῖαν ἀναστρέφομαι Od.13.326, γῆν Hes.Th.763, ἱερὸν χῶρον Call.Lau.Pall.76.
7 c. prep. y dat. de lugar encontrarse, habitar, estar ἐν ... Ἄργει E.Tr.993, ἐν δόμοις E.Andr.1221, ἐν τῷ αὐτῷ Th.4.35, ἐν στενοχωρίᾳ Th.7.44, ἐν τῷ Ἀρσινοίτῃ νόμῳ SB 9779.4, ἐν τοῖς κατὰ τὴν Ἰταλίαν τόποις Plb.3.33.18, ἐν μέσῳ aparecer en público Pl.R.558a, ἐν τῷ φανερῷ X.HG 6.4.16, ἐν φανερῷ Arist.Rh.1385a9, ἐν τοιαύτῃ τινὶ χώρᾳ Arr.Epict.1.2.26
c. prep. y dat. de abstr. encontrarse, permanecer, estar ἐν συμμαχίᾳ X.HG 7.3.2, ἐν μέσαις ταῖς εὐφροσύναις X.Ages.9.4, ἐν τοῖς ἤθεσι Pl.Lg.865e, ἐν ταῖς ἐπιθυμίαις τῆς σαρκός Ep.Eph.2.3, ἐν φόβῳ 1Ep.Petr.1.17.
III 1volverse atrás ὀπίσσω ἀνέστρεφον (los caballos) reculaban Hdt.1.80
de cuerpos de ejércitos replegarse ἐφ' οὗ ἀνεστράφησαν οἱ ἀμφὶ βασιλέα (colina) sobre la que se replegaron los del rey X.An.1.10.12, cf. Ascl.Tact.12.3.
2 en el relato volver atrás, repetir ἀναστρέψας πάλιν A.Pers.333
ret. en la ἐπαναστροφή Hermog.Id.1.12 (p.304).
3 volver a los principios, reducir a los principios generales Procl.in Euc.57.26, cf. Ptol.Iudic.21.4.

English (Strong)

from ἀνά and στρέφω; to overturn; also to return; by implication, to busy oneself, i.e. remain, live: abide, behave self, have conversation, live, overthrow, pass, return, be used.

English (Thayer)

future ἀναστρέψω; (1st aorist ἀνέστρεψα; passive, present ἀναστρέφομαι); 2nd aorist ἀνεστραφην;
1. to turn upside down, overturn: τάς τραπέζας, δίφρους, Homer, Iliad 23,436).
2. to turn back; intransitive, (Winer s Grammar, 251 (236)] to returns, like the Latin reverto equivalent to revertor (as in Greek writings; in the Sept. equivalent to שׁוּב): ἀναστρεψα καί has not like the Hebrew שׁוּב the force of an adverb, again, but God in the Messiah's advent returns to his people, whom he is conceived of as having previously abandoned; cf. Winer's Grammar, 469 (437)).
3. to turn hither and thither; passive reflexively, to turn oneself about, sojourn, dwell, ἐν in a place;
a. literally: L T WH Tr text συστρεφομένων, cf. Keim, ii., p. 581 (English translation, iv., p. 303). (הָלַך to walk, of the manner of life and moral character, to conduct oneself, behave oneself, live: ἐν τῷ κόσμῳ); ἐν οἴκῳ θεοῦ); ἐν οἷς among whom); ἐν πλάνη). simply "to conduct or behave oneself, 'walk'," (German wandeln): καλῶς) Xenophon, an. 2,5, 14; Polybius 1,9, 7; 74,13; 86,5 etc. (see ἀναστροφή, at the end); Sept.; Clement of Rome, 1 Corinthians 1,21, 8 [ET]; etc.)

Greek Monolingual

(AM ἀναστρέφω)
ανατρέπω, αναποδογυρίζω
2. στρέφω, γυρίζω πίσω
νεοελλ.-μσν.
(μέσ., -ομαι) συναναστρέφομαι
μσν.
αναβάλλω
αρχ.
1. ανασκάπτω, οργώνω
2. (μέσ. και παθ.) α) περιφέρομαι, τριγυρνώ
β) συμπεριφέρομαι, διάγω
γ) διαμένω, βρίσκομαι
δ) στρέφομαι αντίθετα
ε) αναφαίνομαι, φανερώνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα- + στρέφω.
ΠΑΡ. αναστροφή, ανάστροφος
αρχ.
αναστρωφώ νεοελλ. αναστροφέας].

Greek Monotonic

ἀναστρέφω: ποιητ. ἀν-στρέφω, μέλ. -ψω,
I. αναποδογυρίζω, αναστατώνω, σε Ομήρ. Ιλ., Ευρ. κ.λπ.· ἀν. καρδίαν, ανακατεύω το στομάχι, δηλ. προκαλώ στομαχική ταραχή, σε Θουκ. — Παθ., ὄρος ἀνεστραμμένον ἐν τῇ ζητήσει, ανεσκαμμένο παντού μέσω της εξόρυξης μετάλλων, σε Ηρόδ.
II. 1. γυρνώ πίσω, επιστρέφω, τινὰ ἐξ Ἅιδου, σε Σοφ.· ὄμμα ἀν. κύκλῳ, περιστρέφω το μάτι μου, σε Ευρ.· συναθροίζω στράτευμα, σε Ξεν.
2. αμτβ., γυρνώ πίσω, επιστρέφω, σε Ηρόδ., Αττ.
III. 1. Παθ., είμαι ή διαμένω σ' έναν τόπο, Λατ. versari, ἄλλην γαῖαν ἀν., πηγαίνω σ' ένα μέρος και διαβιώ εκεί, σε Ομήρ. Οδ.· ἀν. ἐν Ἄργει, σε Ευρ.· διευθύνω, διοικώ, συμπεριφέρομαι, ὡς δεσπότης, σε Ξεν.
2. περιστρέφομαι, στριφογυρίζω, λέγεται για τον ήλιο, στον ίδ.
3. λέγεται για στρατιώτες, συναγείρομαι, συναθροίζομαι ώστε να αντιμετωπίσω, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀναστρέφω:
1) переворачивать, опрокидывать (δίφρους Hom.; ἔμβαμμα Xen.): ἀ. τὴν καρδίαν Xen. вызывать тошноту (ср. 3);
2) поворачивать, вращать (ὄμμα κύκλῳ Eur.; τὸν κόσμον Plat.): ἐμοὶ τοῦτ᾽ ἀνέστραπται Xen. у меня дело обстоит наоборот;
3) в корне изменять (τὰ τῆς Ἑλλάδος πράγματα Isocr.; γνώμην Plat.): ἀ. τὴν καρδίαν τινός Plut. вызывать переворот в чьей-л. душе (ср. 1);
4) поворачиваться (πάλιν ὀπίσω Plut.): ἀναστρέφαντες ἐπὶ δόρυ Xen. сделав поворот направо;
5) возвращать (τινὰ ἐξ Ἃιδου Soph.): ἀναστρέφαι πόδα Eur. вернуться;
6) возвращаться (ἀπὸ τῶν νεῶν Thuc.; ἐκ Φοινὶκης Xen.; ἀπὸ τῆς διώξεωζ Plut.): φράσον μοι τοῦτ᾽ ἀναστρέφαζ πάλιν … Aesch. вернись к своему рассказу и скажи мне …;
7) возобновлять, повторять (πάλιν τὸν λόγον Plat.): πάλιν ἀναστρέφαι τινὶ δίκην Eur. вновь наказать кого-л.;
8) перекапывать (τὴ πόαν Xen.): ὄροζ ἀνεστραμμένον Her. изрытая гора;
9) med.-pass. переходить, переселяться, прибывать (ἄλλην γαῖαν Hom.);
10) med.-pass. пребывать, находиться, оставаться (ἐν Ἄργει Eur.; περὶ τὴν Ἐπίδαυρον Thuc.): ἀ. ἐν φανερῷ Xen., ἐν μέσῳ Plat. и ἐν ὀφθαλοῖζ Plut. быть на глазах (у всех), открыто показываться; ἀ. ἔν τινι Xen., Plut. и ἐπί τινι Polyb. заниматься чем-л., предаваться чему-л.;
11) med.-pass. вести себя, поступать (ὡς δεσπόηζ Xen.; θρασέωζ εἴζ τινα Polyb.; ἀσεβῶζ Plut.);
12) грам. делать анастрофу (см. ἀναστροφή).

Middle Liddell


I. to turn upside down, upset, Il., Eur., etc.; ἀν. καρδίαν to upset the stomach, i. e. cause sickness, Thuc.:—Pass., ὄρος ἀνεστραμμένον ἐν τῆι ζητήσει turned up by digging, Hdt.
II. to turn back, bring back, τινὰ ἐξ Ἅδιου Soph.; ὄμμ' ἀν. κύκλωι to roll one's eye about, Eur.: to rally soldiers, Xen.
2. intr. to turn back, return, retire, Hdt., attic
III. Pass. to be or dwell in a place, Lat. versari, ἄλλην γαῖαν ἀν. to go to a place and dwell there, Od.; ἀν. ἐν Ἄργει Eur.:— to conduct oneself, ὡς δεσπότης Xen.
2. to revolve, of the sun, Xen.
3. of soldiers, to face about, rally, Xen.

Chinese

原文音譯:¢nastršfw 安那-士特雷賀
詞類次數:動詞(11)
原文字根:向上-轉
字義溯源:推翻,歸回,回來,回去,放縱,忍受,轉來轉去,住,站住,生活,行,行動,行事,引導,為人,度;由(ἀνά)*=上,回復)與(στρέφω)=扭轉)組成;而 (στρέφω)出自(τροπή)=轉動), (τροπή)出自(τρέμω)X*=轉)。這字重在‘行’,我們要知道在神的家中當怎樣行( 提前3:15)
出現次數:總共(11);太(1);約(1);徒(2);林後(1);弗(1);提前(1);來(2);彼前(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 行(2) 提前3:15; 來13:18;
2) 忍受(1) 來10:33;
3) 行事(1) 彼後2:18;
4) 我們⋯為人(1) 林後1:12;
5) 就當⋯度(1) 彼前1:17;
6) 放縱(1) 弗2:3;
7) 推翻(1) 約2:15;
8) 回去(1) 徒5:22;
9) 我要回來(1) 徒15:16;
10) 住(1) 太17:22