ἁπαλοσώματος
From LSJ
Theocritus, Idylls, 30.3
English (LSJ)
ον,
A of tender body, Ar.Fr.54 D.
Greek Monolingual
ἁπαλοσώματος, -ον (Α)
αυτός που έχει τρυφερό σώμα.
Full diacritics: ἁπᾰλοσώματος | Medium diacritics: ἁπαλοσώματος | Low diacritics: απαλοσώματος | Capitals: ΑΠΑΛΟΣΩΜΑΤΟΣ |
Transliteration A: hapalosṓmatos | Transliteration B: hapalosōmatos | Transliteration C: apalosomatos | Beta Code: a(palosw/matos |
ον,
A of tender body, Ar.Fr.54 D.
ἁπαλοσώματος, -ον (Α)
αυτός που έχει τρυφερό σώμα.