συσφιγκτήρας
From LSJ
κόραξ δ' ἐπαίνῳ καρδίην ἐχαυνώθη → the flattered crow was filled with pride, the flattered crow became elate in heart
κόραξ δ' ἐπαίνῳ καρδίην ἐχαυνώθη → the flattered crow was filled with pride, the flattered crow became elate in heart
ο / συσφιγκτηρ, -ῆρος, ΝΑ
νεοελλ.
1. καθετί με το οποίο συσφίγγεται κάτι
2. τεχνολ. μηχανική διάταξη που χρησιμεύει για στερέωση, σύνδεση ή συγκράτηση αντικειμένων
αρχ.
στενό ένδυμα που περισφίγγει το σώμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συσφίγγω + επίθημα -τήρ(ας), πρβλ. ἐλεγκ-τήρ].