υψηλοφροσύνη
From LSJ
μὴ ἐν πολλοῖς ὀλίγα λέγε, ἀλλ΄ ἐν ὀλίγοις πολλά → don't say little in many words, but much in a few words (Stobaeus quoting Pythagoras)
Greek Monolingual
η / ὑψηλοφροσύνη, ΝΜΑ ὑψηλόφρων
το να είναι κανείς υψηλόφρων, γενναιοφροσύνη.