Πατὴρ οὐχ ὁ γεννήσας, ἀλλ' ὁ θρέψας σε → Non qui te genuit, est qui nutrivit pater → Dein Vater ist, wer Nahrung dir, nicht Leben gab | nicht Vater ist, wer Leben, sondern Nahrung gab
[Seite 859] ἡ, = σαλάμβη, Phot. aus Soph.
σᾰλάβη: ἡ, ἴδε ἐν λ. σαλάμβη. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «σαλάβη· θύρας ὀπή».
ἡ, Α
(δ. γρφ.) βλ. σαλάμβη.
σᾰλάβη: (λᾰ) ἡ v. l. = σαλάμβη.