Διρκαῖος
From LSJ
Νόμοις ἕπεσθαι τοῖσιν ἐγχώροις καλόν → Res est honesta pro locis leges sequi → Gesetzen seines Land's zu folgen das ist recht
French (Bailly abrégé)
α, ον :
de Dirkè.
Étymologie: Δίρκη.
English (Slater)
Διρκαῑος
1 of Dirke κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει, μηδὲ Διρκαίων ὑδάτων ἀὲ μέμνανται, τά νιν θρέψαντο καὶ Ἰφικλέα (P. 9.88)
English (Slater)
Διρκαῑος
1 of Dirke κωφὸς ἀνήρ τις, ὃς Ἡρακλεῖ στόμα μὴ περιβάλλει, μηδὲ Διρκαίων ὑδάτων ἀὲ μέμνανται, τά νιν θρέψαντο καὶ Ἰφικλέα (P. 9.88)