αρωγή

From LSJ

ἐν πέτροισι πέτρον ἐκτρίβων → by grinding stone against stones

Source

Greek Monolingual

η (AM ἀρωγή) (Α) αρήγω
η βοήθεια, η επικουρία ή η περίθαλψη
νεοελλ.
το ποσό που δίνεται ως δάνειο ή βοήθημα.