μυολογία

From LSJ

εὖ γ᾽ εὖ γε ποιήσαντες ὦ Διοσκόρω → well done, well done, you twin Dioscuri!

Source

Greek Monolingual

η
το μέρος της ανατομικής που πραγματεύεται τους μυς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. myologie (< μυς, μυός «όργανο του σώματος» + -λογία < -λόγος)].