ξυλοχέρης

From LSJ

εἰς ἀναισχύντους θήκας ἐτράποντο → they resorted to disgraceful modes of burial, they lost all shame in the burial of the dead

Source

Greek Monolingual

ο, θηλ. ξυλοχέρα
αυτός που έχει τεχνητό ξύλινο χέρι.