ῥᾴδιον φθείρειν φαρμακεύσεσιν ἢ ἀποτροπαῖς ἢ καὶ κλοπαῖς → easy to spoil by means of sorcery or diverting or theft
πυγμαχία, πυγμαχίη, πυγμή, πυγμά, πυκτική, πύκτευσις