δεινώψ

Revision as of 21:55, 23 August 2022 by Spiros (talk | contribs) (Text replacement - "<span class="sense"><span class="bld">A<\/span> (?s)(?!.*<span class="bld">)(.*)(<\/span>)(\n}})" to "$1$3")

English (LSJ)

ῶπος, ὁ, ἡ, fierce-eyed, of the Erinyes, S.OC84.

German (Pape)

[Seite 539] ῶπος, = δεινωπός, Soph O. C. 84.

Greek (Liddell-Scott)

δεινώψ: -ῶπος, ὁ, ἡ, ὁ ἔχων ἀγρίους, φοβεροὺς ὀφθαλμούς, ἐπὶ τῶν Ἐρινύων, Σοφ. Ο. Κ. 84.

French (Bailly abrégé)

ῶπος (ὁ, ἡ)
au regard terrible.
Étymologie: δεινός, ὤψ.

Spanish (DGE)

-ῶπος
de mirada terrible de las Erinis, S.OC 84, cf. Lyr.Adesp.414d.2S., Anecd.Ludw.187.12, Eust.673.36.

Greek Monolingual

δεινώψ (ῶπος), ο, η (Α)
(για τις Ερινύες) αυτός που έχει άγρια, φριχτά μάτια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < δεινός + -ωψ, -ωπος < ωψ, ωπός «όψη, μάτι, πρόσωπο», πρβλ. όψ, οπός (πρβλ. αγχίλωψ, αμβλώψ κ.ά.)].

Greek Monotonic

δεινώψ: -ῶπος, ὁ, ἡ, αυτός που έχει άγριο, φοβερό βλέμμα, φρικώδη όψη, λέγεται για τις Ερινύες, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

δεινώψ: ῶπος adj. страшно глядящий, с ужасным взором (эпитет Эриний) Soph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δεινώψ -ῶπος met vreselijke blik.

Middle Liddell

fierce-eyed, of the Erinyes, Soph.

English (Woodhouse)

savage looking, with dreadful looks, with fearful looks, with horrible looks, with terrible looks