δέρις
English (LSJ)
ιος, ἡ,
A = δέρη, Alciphr.1.28, Hsch.
II = δέρρις, Poll.2.235.
Spanish (DGE)
-ιος, ἡ
cuello prob. f.l. por δέρη en Alciphr.2.7.1, cf. Hsch. < δέρις Δερίς > δέρις
v. δέρρις.
German (Pape)
Greek (Liddell-Scott)
Greek Monolingual
δέρις (-ιος), η (Α)
1. η δέρη
2. η δέρρις.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος τ. του δέρη, αναλογικά προς το ράχις].