ἡ,
A = ἀγάλοχον, Aët.1.131 ; scanned by Heraclit. Gramm. in An.Ox.3.277.
[Seite 280] ἡ, erst bei Sp., = ἀγάλλοχον.
ξῠλᾰλόη: ἡ, = ἀγάλλοχον, Ἡρῳδιαν. ἐν Ὀξ. Ἀνεκδ. τ. 3, σ. 277˙ ἴδε Δουκάγγ.