Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυλαλόη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ξῠλᾱλόη Medium diacritics: ξυλαλόη Low diacritics: ξυλαλόη Capitals: ΞΥΛΑΛΟΗ
Transliteration A: xylalóē Transliteration B: xylaloē Transliteration C: ksylaloi Beta Code: culalo/h

English (LSJ)

ἡ,

   A = ἀγάλοχον, Aët.1.131 ; scanned by Heraclit. Gramm. in An.Ox.3.277.

German (Pape)

[Seite 280] ἡ, erst bei Sp., = ἀγάλλοχον.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠλᾰλόη: ἡ, = ἀγάλλοχον, Ἡρῳδιαν. ἐν Ὀξ. Ἀνεκδ. τ. 3, σ. 277· ἴδε Δουκάγγ.

Greek Monolingual

η (ΑΜ ξυλαλόη)
είδος ευώδους ξύλου από ινδικά δέντρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξύλον + ἀλόη «είδος φυτού»].