αυτοδύναμος
Greek Monolingual
-η, -ο (AM αὐτοδύναμος, -ον)
αυτός που έχει δική του δύναμη, που είναι ισχυρός καθ' εαυτόν
νεοελλ.
φρ. «αυτοδύναμη κυβέρνηση» — κυβέρνηση που διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν ζητά στήριξη από άλλες παρατάξεις.