εὐρυφαρέτρης

English (LSJ)

Dor. εὐρυφαρέτρας, ὁ, with wide quiver, of Apollo, Pi.P. 9.26: acc. sg. -φάρετρᾰν Id.Pae.6.111; εὐρυφάρετρ' Ἄπολλον Id.Fr. 148.

German (Pape)

[Seite 1096] ὁ, mit weitem, geräumigem Köcher, Apollon, Pind. P. 9, 27 frg. 115; εὐρυφάρετρ' Ἄπολλον bei Ath. I, 22 b.

Greek (Liddell-Scott)

εὐρῠφᾰρέτρης: -ου, ὁ ἔχων εὐρεῖαν φαρέτραν, ἐπὶ τοῦ Ἀπόλλωνος, Πινδ. Π. 9. 45: ὡσαύτως, εὐρυφάρετρ᾿ Ἄπολλον ὀ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 115.

Greek Monolingual

εὐρυφαρέτρης και εὐρυφαρέτρας, ὁ (Α)
(για τον Απόλλωνα) αυτός που έχει ευρεία φαρέτρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ- + φαρέτρα.

Greek Monotonic

εὐρῠφᾰρέτρης: -ου, ὁ (φαρέτρα), αυτός που έχει φαρδιά φαρέτρα, πλατιά σαϊτοθήκη, σε Πίνδ.

Middle Liddell

εὐρῠ-φᾰρέτρης, ου, φαρέτρα
with wide quiver, Pind.