Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὡσαύτως

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ὡσαύτως Medium diacritics: ὡσαύτως Low diacritics: ωσαύτως Capitals: ΩΣΑΥΤΩΣ
Transliteration A: hōsaútōs Transliteration B: hōsautōs Transliteration C: osaytos Beta Code: w(sau/tws

English (LSJ)

Adv. of ὁ αὐτός,

   A in like manner, just so, used by Hom. only at the beginning of clauses with δέ inserted, ὣς δ' αὔτως . . Il.3.339, Od.9.31, al.; also in Hdt.1.215, al., Pl.Phd.102e, Arist.Rh. 1386b30, al.; after Hom., in one word, ὡσαύτως καὶ . . in like manner as . . Hdt.7.86, etc.; c. dat., ὣς δ' αὔτως τῇσι κυσὶ οἱ ἰχνευταὶ θάπτονται Id.2.67; πολλοὶ συνεξήκουον ὡ. ἐμοί S.Tr.372; ὥσπερ γὰρ... ὡ. δὲ σύ Id.El.27; opp. ὡς ἑτέρως, Arist.SE169a31.    2 further strengthd., ὡ. οὕτως so in like manner, Pl.Grg.460d; ὡ. κατὰ ταὐτά Id.Phd. 78d.

German (Pape)

[Seite 1421] adv. zu ὁ αὐτός (für ὡς αὐτῶς, vgl. Buttm. Lexil. I p. 41), – eben so, auf eben dieselbe Art; oft bei Her., ὡσαύτως καί 7, 86; auch zuweilen c. dat., ταῦτα πολλοὶ συνεξήκουον ὡσαύτως ἐμοί Soph. Tr. 371; ὥςπερ – ὡσαύτως El. 27; Eur. I. T. 833; ὡσαύτως τοῖς πολλοῖς Arr.; Ggstz ὡς ἑτέρως Arist. elench. Soph. 7, ποῖα ὡσαύτως καὶ ποῖα ὡς ἑτέρως λέγεται; vgl. πότερον ὡσαύτως ἀεὶ ἔχει κατὰ ταὐτὰ ἢ ἄλλοτ' ὄλλως Plat. Phaed. 78 d; – verstärkt ὡς αὔτως ιὕτως, ganz auf eben dieselbe Weise, Plat. Gorg. 160 d, vgl. Heind. Plat. Phaed. 98 a. – Bei Hom. ist es immer durch ein δέ getrennt, ὡς δ' αὔτως statt ὡσαύτως δέ, Il. 3, 339. 7, 430 Od. 9, 31 u. sonst; in der Od. schrieb Wolf noch ἃς δ' αὕτως, Bekker schreibt ἃς δ' αὔτως, u. so kommt es auch bei Her. 1, 215. 2, 67 u. sonst, selbst in att. Prosa vor; vgl. Heind. Plat. Phaedr. p. 102 c. – S. oben αὕτως.

Greek (Liddell-Scott)

ὡσαύτως: στ. τε χρωτὸς τῶνδε.. πέπλων Εὐρ. Ἀνδρ. 148· ὡσαύτως, ἐπὶ στεφάνων, στεφέων ἱεροὺς στ. ὁ αὐτ. ἐν Τρῳ. 258, πρβλ. Ἡρ. Μαιν. 526· -ὡσαύτως, ἐπὶ ἱστίων, στολμοί τε λαίφους Αἰσχύλ. Ἱκ. 715.

French (Bailly abrégé)

adv.
de même, ainsi, également, de la même manière, chez HOM touj. séparé par δέ : ὥς δ’ αὔτως (ou αὕτως), de même qqf en prose ; en corrélat. avec ὥσπερ, de même que…, de même ; avec le dat. ou avec καί.
Étymologie: ὥς, αὐτός.

English (Strong)

from ὡς and an adverb from αὐτός; as thus, i.e. in the same way: even so, likewise, after the same (in like) manner.

English (Thayer)

(ὡς and αὔτως), adverb (as a single word, Post-Homeric), in like manner, likewise: put after the verb, L T Tr WH ὁμοίως), 5 (T Tr text WH); WH reject the passage); βούλομαι, cf. 8); δεῖ, cf. 7), 11; πρέπει εἶναι).

Greek Monolingual

ὡσαύτως, ΝΑ
επίρρ. κατά τον ίδιο τρόπο, ομοίως, επίσης
νεοελλ.
συνεκδ. επί πλέον, επιπροσθέτως
αρχ.
φρ. «ὡσαύτως οὕτως» ή «ὡσαύτως κατὰ ταὐτά» — κατά τον ίδιο τρόπο (Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὡς (Ι) + αὔτως «έτσι ακριβώς»].

Greek Monotonic

ὡσαύτως: επίρρ. (ὥς, αὔτως), με όμοιο τρόπο, όμοια, απλώς έτσι· ὣς δ' αὔτως αντί ὡσαύτως δέ..., σε Όμηρ. κ.λπ.· ὡσαύτως καί..., με όμοιο τρόπο όπως..., σε Ηρόδ.· με την ίδια σημασία με δοτ.· ὣς δ' αὔτως τῇσι κυσὶ θάπτονται, στον ίδ.· ὡσαύτως ἔχειν, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

ὡσαύτως: иногда (преимущ. Hom.) ὡς δ᾽ αὔτως таким же образом, точно так же: ὡ. οὕτως Xen., Plat. совершенно так же, таким же точно образом.

Middle Liddell

[ὥς, αὔτως
in like manner, just so, ὣς δ' αὔτως, for ὡσαύτως δὲ . . , Hom., etc.; ὡσαύτως καὶ . . in like manner as . . , Hdt.; so c. dat., ὣς δ' αὔτως τῇσι κυσὶ θάπτονται Hdt.; ὡς. ἔχειν Plat.