ἀναρτάω: Difference between revisions

m
Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1"
m (Text replacement - "(?s)({{LSJ.*}}\n)({{.*}}\n)({{DGE.*}}\n)" to "$1$3$2")
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
Line 15: Line 15:
{{pape
{{pape
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0206.png Seite 206]] 1) auf-, anhängen, τινός, an etwas, Ap. Rh. 3, 789; übertr., ἐλπίσι τινὰ ἀναρτᾶν, Einen durch Hoffnung spannen, sowohl aufrichten, als ungewiß machen, εἰς τὸ [[θεῖον]] ἀνηρτῆσθαι ταῖς ἐλπίσι Plut. Num. 15. seine Hoffnung auf Gottgesetzt haben; vgl. εἰς θεοὺς ἀναρτᾶν Eur. Phoen. 712; αἱ ἐλπίδες ἀναρτηθεῖεν ἐς αὐτόν Pol. 10, 3; ἑαυτὸν εἴς τινα, sich an Jemand hängen, sich auf ihn verlassen, Dem. ep. 3 p. 1480, 5; ἀνήρτηται εἰς ἑαυτὸν πάντα τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν φέροντα ἀνδρί Plat. Menex. 247 e, der alles von sich abhängig gemacht, auf sich begründet hat; vgl. εἰς τὴν ψυχὴν ἀνηρτῆσθαι Men. 88 e; Legg. V, 729 e; ἡ [[δύναμις]] ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἀνήρτηται, haftet an jenem Steine, Ion. 533 e; ἐκ τοῦ ἐμοῦ νεύματος ἀνηρτημένος, von meinem Winke abhängig, Luc. Tim. 5; ἀνηρτημένοι ταῖς ὄψεσιν [[πρός]] τινα Plut. Otho 3. – Med., τινά, Jemanden für sich gewinnen, Xen. Cyr. 1, 4, 1. 2, 2, 29; φῦλα, sich unterwerfen, 1, 1, 5. – 2) ἀνηρτημένος ποιεῖν, ἔρδειν, der sich vorgenommen hat, etwas zu thun, Her. 1, 90. 6, 88.
|ptext=[[https://www.translatum.gr/images/pape/pape-01-0206.png Seite 206]] 1) auf-, anhängen, τινός, an etwas, Ap. Rh. 3, 789; übertr., ἐλπίσι τινὰ ἀναρτᾶν, Einen durch Hoffnung spannen, sowohl aufrichten, als ungewiß machen, εἰς τὸ [[θεῖον]] ἀνηρτῆσθαι ταῖς ἐλπίσι Plut. Num. 15. seine Hoffnung auf Gottgesetzt haben; vgl. εἰς θεοὺς ἀναρτᾶν Eur. Phoen. 712; αἱ ἐλπίδες ἀναρτηθεῖεν ἐς αὐτόν Pol. 10, 3; ἑαυτὸν εἴς τινα, sich an Jemand hängen, sich auf ihn verlassen, Dem. ep. 3 p. 1480, 5; ἀνήρτηται εἰς ἑαυτὸν πάντα τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν φέροντα ἀνδρί Plat. Menex. 247 e, der alles von sich abhängig gemacht, auf sich begründet hat; vgl. εἰς τὴν ψυχὴν ἀνηρτῆσθαι Men. 88 e; Legg. V, 729 e; ἡ [[δύναμις]] ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἀνήρτηται, haftet an jenem Steine, Ion. 533 e; ἐκ τοῦ ἐμοῦ νεύματος ἀνηρτημένος, von meinem Winke abhängig, Luc. Tim. 5; ἀνηρτημένοι ταῖς ὄψεσιν [[πρός]] τινα Plut. Otho 3. – Med., τινά, Jemanden für sich gewinnen, Xen. Cyr. 1, 4, 1. 2, 2, 29; φῦλα, sich unterwerfen, 1, 1, 5. – 2) ἀνηρτημένος ποιεῖν, ἔρδειν, der sich vorgenommen hat, etwas zu thun, Her. 1, 90. 6, 88.
}}
{{bailly
|btext=-ῶ :<br /><b>1</b> suspendre : [[ἀν]]. ἑαυτόν PLUT se pendre;<br /><b>2</b> faire dépendre de ; <i>Pass.</i> dépendre de : [[ἐκ]] [[τοῦ]] [[ἐμοῦ]] νεύματος LUC d'un signe de ma volonté ; ταῖς ἐπιθυμίαις PLUT dépendre <i>ou</i> être l'esclave de ses désirs;<br /><i><b>Moy.</b></i> [[ἀναρτάομαι]], [[ἀναρτῶμαι]];<br /><b>1</b> attacher à soi, rendre dépendant de soi ; soumettre, acc.;<br /><b>2</b> s'attacher à, se charger de, être prêt à, inf..<br />'''Étymologie:''' [[ἀνά]], [[ἀρτάω]].
}}
}}
{{ls
{{ls
|lstext='''ἀναρτάω''': [[κρεμῶ]] [[ἐπάνω]] εἴς τι ἢ ἔν τινι, λαιμὸν ἀναρτήσασα μελάθρῳ, ἐν μελάθρῳ, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 789: - [[κρεμῶ]], ἑαυτὸν Πλούτ. 2. 841Α· βρόχῳ τὸ ζῆν ἀνήρτησε [[αὐτόθι]] 314Α: - ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, 2) μεταφ., ἐξαρτῶ τι ἔκ τινος, δήμῳ... [[μήτε]] πᾶν ἀναρτήσῃς [[κράτος]] Εὐρ. Ἀποσπ. 628· ἀν. ἑαυτὸν εἰς δῆμον Δημ. 1480. 5· ἐς θεοὺς ἀν. τι, ἀφίνω τι νὰ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν, Εὐρ. Φοίν. 705. 3) ἀφίνω ἢ κρατῶ τι μετέωρον, Ἀλκίφρων 1. 22. ΙΙ. παθ., κρέμαμαι, παραδείγματα ἀνηρτημένους, κρεμαμένους ὡς παραδείγματα, Πλάτ. Γοργ. 525C. 2) μεταφ., ἐξαρτῶμαι, ἔκ τινος Πλάτ. Ἴων 533Ε· ἐλπίσιν ἐξ ἐλπίδων ἀνηρτημένους, ἐξηρτημένους νῦν μὲν ἐκ τούτων [[ἔπειτα]] δὲ ἐξ ἄλλων ἐλπίδων, Δημ. 346. 27: - ἀνηρτῆσθαι εἰς.., ἀναφέρεσθαι εἰς .., τὰ ἁμαρτήματα.. εἰς θεὸν ἀνηρτημένα τιμωρὸν Πλάτ. Νόμ. 729Ε· τὰ ἄλλα πάντα εἰς τὴν ψυχὴν ἀν. ὁ αὐτ. Μένων 88Ε· ὅτῳ πάντα εἰς ἑαυτὸν ἀνήρτηται, ὄστις ἔχει τὰ πάντα ἐξ [[ἑαυτοῦ]] ἐξαρτώμενα, ὁ αὐτ. Μενέξ. 247Ε· ἀνηρτημένοι ταῖς ὄψεσι [[πρός]] τινα, ἔχοντες ἀδιαλείπτως τοὺς ὀφθαλμοὺς προσηλωμένους εἴς τινα, Πλουτ. Ὄθ. 3· ταῖς ἐπιθυμίαις εἴς τι ὁ αὐτ. 2. 989D· ἀνηρτημένοι ταῖς ψυχαῖς, ὄντες ἐν ἀμφιβολίᾳ ἢ ἀνησυχίᾳ, Διόδ. ἀποσπ. 2, σ. 593. 628. ΙΙΙ. μέσ., [[ὡσαύτως]] μετὰ πρκμ. παθ., = τῷ ἐνεργ., Διον. Ἁλ. 11. 46: - Ἐντεῦθεν, [[κάμνω]] τινὰ νὰ προσκολληθῇ εἰς ἐμέ, [[κάμνω]] αὐτὸν νὰ μὲ ἀγαπᾷ καὶ νὰ ἐνδιαφέρηται δι’ ἐμέ, ταχὺ δὲ τοὺς πατέρας αὐτῶν ἀνήρτητο Ξεν. Κύρ. 1. 4, 1· [[ὡσαύτως]], προσαρτῶ εἰς τὸ [[κράτος]] μου, [[ὑποτάσσω]], [[αὐτόθι]] 1. 1, 5.
|lstext='''ἀναρτάω''': [[κρεμῶ]] [[ἐπάνω]] εἴς τι ἢ ἔν τινι, λαιμὸν ἀναρτήσασα μελάθρῳ, ἐν μελάθρῳ, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 789: - [[κρεμῶ]], ἑαυτὸν Πλούτ. 2. 841Α· βρόχῳ τὸ ζῆν ἀνήρτησε [[αὐτόθι]] 314Α: - ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, 2) μεταφ., ἐξαρτῶ τι ἔκ τινος, δήμῳ... [[μήτε]] πᾶν ἀναρτήσῃς [[κράτος]] Εὐρ. Ἀποσπ. 628· ἀν. ἑαυτὸν εἰς δῆμον Δημ. 1480. 5· ἐς θεοὺς ἀν. τι, ἀφίνω τι νὰ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν, Εὐρ. Φοίν. 705. 3) ἀφίνω ἢ κρατῶ τι μετέωρον, Ἀλκίφρων 1. 22. ΙΙ. παθ., κρέμαμαι, παραδείγματα ἀνηρτημένους, κρεμαμένους ὡς παραδείγματα, Πλάτ. Γοργ. 525C. 2) μεταφ., ἐξαρτῶμαι, ἔκ τινος Πλάτ. Ἴων 533Ε· ἐλπίσιν ἐξ ἐλπίδων ἀνηρτημένους, ἐξηρτημένους νῦν μὲν ἐκ τούτων [[ἔπειτα]] δὲ ἐξ ἄλλων ἐλπίδων, Δημ. 346. 27: - ἀνηρτῆσθαι εἰς.., ἀναφέρεσθαι εἰς .., τὰ ἁμαρτήματα.. εἰς θεὸν ἀνηρτημένα τιμωρὸν Πλάτ. Νόμ. 729Ε· τὰ ἄλλα πάντα εἰς τὴν ψυχὴν ἀν. ὁ αὐτ. Μένων 88Ε· ὅτῳ πάντα εἰς ἑαυτὸν ἀνήρτηται, ὄστις ἔχει τὰ πάντα ἐξ [[ἑαυτοῦ]] ἐξαρτώμενα, ὁ αὐτ. Μενέξ. 247Ε· ἀνηρτημένοι ταῖς ὄψεσι [[πρός]] τινα, ἔχοντες ἀδιαλείπτως τοὺς ὀφθαλμοὺς προσηλωμένους εἴς τινα, Πλουτ. Ὄθ. 3· ταῖς ἐπιθυμίαις εἴς τι ὁ αὐτ. 2. 989D· ἀνηρτημένοι ταῖς ψυχαῖς, ὄντες ἐν ἀμφιβολίᾳ ἢ ἀνησυχίᾳ, Διόδ. ἀποσπ. 2, σ. 593. 628. ΙΙΙ. μέσ., [[ὡσαύτως]] μετὰ πρκμ. παθ., = τῷ ἐνεργ., Διον. Ἁλ. 11. 46: - Ἐντεῦθεν, [[κάμνω]] τινὰ νὰ προσκολληθῇ εἰς ἐμέ, [[κάμνω]] αὐτὸν νὰ μὲ ἀγαπᾷ καὶ νὰ ἐνδιαφέρηται δι’ ἐμέ, ταχὺ δὲ τοὺς πατέρας αὐτῶν ἀνήρτητο Ξεν. Κύρ. 1. 4, 1· [[ὡσαύτως]], προσαρτῶ εἰς τὸ [[κράτος]] μου, [[ὑποτάσσω]], [[αὐτόθι]] 1. 1, 5.
}}
{{bailly
|btext=-ῶ :<br /><b>1</b> suspendre : [[ἀν]]. ἑαυτόν PLUT se pendre;<br /><b>2</b> faire dépendre de ; <i>Pass.</i> dépendre de : [[ἐκ]] [[τοῦ]] [[ἐμοῦ]] νεύματος LUC d'un signe de ma volonté ; ταῖς ἐπιθυμίαις PLUT dépendre <i>ou</i> être l'esclave de ses désirs;<br /><i><b>Moy.</b></i> [[ἀναρτάομαι]], [[ἀναρτῶμαι]];<br /><b>1</b> attacher à soi, rendre dépendant de soi ; soumettre, acc.;<br /><b>2</b> s'attacher à, se charger de, être prêt à, inf..<br />'''Étymologie:''' [[ἀνά]], [[ἀρτάω]].
}}
}}
{{lsm
{{lsm