αισθηματικός
Greek Monolingual
-ή, -ό
1. αυτός που αναφέρεται ή ταιριάζει σε ευγενικό ανώτερο αίσθημα
2. αισθηματίας, ευαίσθητος, τρυφερός
3. (για μυθιστορήματα, ταινίες κ.ά.) αυτός που έχει ως κύρια υπόθεση ιστορία αγάπης, ερωτική περιπέτεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αίσθημα.
ΠΑΡ. αισθηματικότητα].