πρακτορείο

From LSJ
Revision as of 12:20, 29 September 2017 by Spiros (talk | contribs) (33)
(diff) ← Older revision | Latest revision (diff) | Newer revision → (diff)

τυφὼς γὰρ ἐκβαίνειν παρασκευάζεται → a hurricane is getting ready to burst

Source

Greek Monolingual

το, Ν
το γραφείο του πράκτορα καθώς και η οργανωμένη από αυτόν υπηρεσία που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση ορισμένης φύσεως υποθέσεων άλλων επιχειρήσεων ή ατόμων ή και την παροχή υπηρεσιών γενικού ή ειδικού χαρακτήρα (α. «πρακτορείο ταξιδίων» β. «πρακτορείο εφημερίδων» γ. «πρακτορείο τύπου» δ. «πρακτορείο ειδήσεων»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πράκτωρ, -ορος. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Γαλλοελληνικόν Λεξικόν του Αγγ. Βλάχου].