Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πράκτωρ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: πράκτωρ Medium diacritics: πράκτωρ Low diacritics: πράκτωρ Capitals: ΠΡΑΚΤΩΡ
Transliteration A: práktōr Transliteration B: praktōr Transliteration C: praktor Beta Code: pra/ktwr

English (LSJ)

ορος, ὁ, A = πρακτήρ, one who does or executes, accomplisher, Ζεὺς ὅτου π. φανῇ S.Tr.251; π. τῶν ἀκουσίων Antipho 3.2.6; with fem. Subst., Κύπρις… τῶνδ' ἐφάνη π. S.Tr.861 (lyr.). II official who executes a judgment for debt, esp. public debt, bailiff, IG12.75.49, al., Antipho 6.49, Decr. ap. And.1.77, D.25.28, IG12(8).51.9 (Imbros, ii B.C.), OGI 483.7 (Pergam.), Ev.Luc. 12.58; βασιλικὸς π. PSI4.335.2 (iii B.C.); τῶν ξενικῶν PTeb.5.222 (ii B.C.). 2 collector of taxes, π. βαλανήου Ostr. in Wilcken Grundzüge p.213 (i A.D.), Ostr.399 (i A.D.); π. ἀργυρικῶν PIand.29.1 (ii A.D.), BGU434.3 (ii A.D.), etc.; π. σιτικῶν PLond. 2.367a1, al. (ii A.D.). 3 in Poets, one who exacts punishment, avenger, A.Supp.647 (lyr.); π. αἵματος Id.Eu.319 (anap.); φόνου S.El.953: as adjective, with a fem. Subst., avenging, σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι A.Ag.111 (lyr.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 693] ορος, ὁ, poet. statt πρακτήρ, Thäter, Vollbringer; Ζεὺς ὅτου πράκτωρ φανῇ, Soph. Trach. 250. – Bes. der eine schuldige Buße, Sühne eintreibt; αἵματος, Rächer, Aesch. Eum. 309; πέμπει σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι, Ag. 111, φόνου ποτ' αὐτὸν πράκτορ' ἵζεσθαι πατρός, Soph. El. 941; auch in Prosa, τῶν ἀκουσίων, Antiph. 3 β 6. 6, 49. – In Athen eine Obrigkeit, welche die Eintreibung der Abgaben und Steuern zu besorgen hatte, Dem. 25, 28 u. A.; vgl. Böckh Staatshaush. p. 167. 403.

Greek (Liddell-Scott)

πράκτωρ: -ορος, ὁ, = πρακτήρ, ὁ πράττων ἢ ἐκτελῶν, ἐκτελεστής, κατορθωτής, Ζεὺς ὅτου πρ. φανῇ Σοφ. Τρ. 251· πρ. τῶν ἀκουσίων Ἀντιφῶν 121. 39· μετὰ θηλ. οὐσιαστ., Κύπρις… τοῦδ’ ἐφάνη πρ. Σοφ. Τρ. 860. ΙΙ. ἐν Ἀθήναις εἰσπράκτωρ φόρων, Ἀντιφῶν 147. 14, Ψήφισμ. παρ’ Ἀνδοκ. 10. 36, Δημ. 778. 18, Συλλ. Ἐπιγρ. 203-206· πρβλ. Λεξ. τῶν Ἀρχαιοτ. 2) παρὰ ποιηταῖς, ὡσαύτως, ὁ ἀπαιτῶν καὶ λαμβάνων τιμωρίαν, τιμωρός, ἐκδικητής, Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 646· πρ. αἵματος ὁ αὐτ. ἐν Εὐμ. 319· φόνου Σοφ. Ἠλ. 953· οὕτως ὡς ἐπίθ. καὶ μετὰ θηλ. οὐσιαστ., σὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι Αἰσχύλ. Ἀγ. 111.

French (Bailly abrégé)

ορος (ὁ, ἡ)
1 qui fait, qui accomplit, auteur d’une action;
2 qui recouvre les créances de l’État ; p. ext., poét. vengeur de, gén.;
3 p. ext. qui perçoit les taxes, percepteur ; huissier d’un tribunal.
Étymologie: πράσσω.

English (Strong)

from a derivative of πράσσω; a practiser, i.e. (specially), an official collector: officer.

English (Thayer)

πρακτορος, ὁ (πράσσω);
1. one who does anything, a doer (Sophocles).
2. "one who does the work of inflicting punishment or taking vengeance; especially the avenger of a murder (Aeschylus, Sophocles); the exactor of a pecuniary fine" (Antiphon), Demosthenes, others); an officer of justice of the tower order whose business it is to inflict punishment: Luke 12:58.

Greek Monotonic

πράκτωρ: -ορος, ὁ, = πρακτήρ,
I. αυτός που εκτελεί ή φέρει εις πέρας, εκτελεστής, σε Σοφ.· με θηλ. ουσ., στον ίδ.
II. 1. αυτός που απαιτεί πληρωμή, εισπράκτορας φόρων, σε Δημ. κ.λπ.
2. στους Ποιητές επίσης, αυτός που επιβάλλει τιμωρία, τιμωρός, εκδικητής, σε Αισχύλ., Σοφ.· επίσης ως επίθ., με θηλ. ουσ. εκδίκηση, σε Αισχύλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πράκτωρ -ορος, ὁ [πράττω] ook f. uitvoerder, dader:; Ζεὺς ὅτου πράκτωρ φανῇ waarvan Zeus de dader blijkt Soph. Tr. 251; f.. Soph. Tr. 861. straffer, wreker:; πράκτορες αἵματος wrekers van de moord Aeschl. Eum. 319; als adj. f.. ξὺν δορὶ καὶ χερὶ πράκτορι met lans en wrekende hand Aeschl. Ag. 111. ( ~ πράττομαι: invorderen ) belastingambtenaar; And. 1.77; gerechtsdienaar. NT Luc. 12.58.

Russian (Dvoretsky)

πράκτωρ: ορος ὁ и ἡ
1) свершитель, виновник: Ζεὺς ὅτου π. φανῇ Soph. (сам) Зевс - виновник этого;
2) каратель, мститель (αἵματος Aesch.; φόνου πατρός Soph.);
3) (в Афинах) сборщик податей Dem.;
4) исполнитель судебных приговоров NT.

Middle Liddell

πράκτωρ, ορος, ὁ, = πρακτήρ
I. one who does or executes, an accomplisher, Soph.; with a fem. Subst., Soph.
II. one who exacts payment, a tax-gatherer, Dem., etc.
2. in Poets also, one who exacts punishment, a punisher, avenger, Aesch., Soph.:—so as adj., with a fem. Subst., avenging, Aesch.

Chinese

原文音譯:pr£ktwr 普拉克拖而
詞類次數:名詞(2)
原文字根:實行(者)
字義溯源:實行的人,差役,公務員,徵收人,處罰者;源自(ἀναπράσσω / πράσσω)*=實行)
出現次數:總共(2);路(2)
譯字彙編
1) 差役(2) 路12:58; 路12:58

English (Woodhouse)

πράκτωρ = doer, one who does a thing

⇢ Look up "πράκτωρ" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)