Ινωποφύλαξ
From LSJ
ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν → let the Clazomenians be permitted to behave disgracefully (Aelian, Varia Historia 2.15)
Greek Monolingual
Ἰνωποφύλαξ, -ακος, ὁ (Α)
επίγρ. ο φύλακας του ποταμού Ινωπού.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < Ινωπός + φύλαξ.