Revision as of 17:45, 23 August 2021 by Spiros(talk | contribs)(Text replacement - "(*UTF)(*UCP)(\[\[πρβλ\]\]\. )(<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>), (<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>-<i>)((?:(?=\p{Greek})\p{L})+)(<\/i>)" to "πρβλ. $3$5, $8$10")
-η, -ο 1. αυτός που φωτίζεται από τον ήλιο 2.το ουδ. ως ουσ.το ηλιόφωτο το φως του ήλιου, το ηλιόφως. [ΕΤΥΜΟΛ.<ηλιο- + -φωτος (<φως), πρβλ. λειψίφωτος, πολύφωτος].