Βέλτιστε, μὴ τὸ κέρδος ἐν πᾶσι σκόπει → Amice, ubique lucra sectari cave → Mein bester Freund, sieh nicht in allem auf Profit
Full diacritics: ἀποκολπόομαι | Medium diacritics: ἀποκολπόομαι | Low diacritics: αποκολπόομαι | Capitals: ΑΠΟΚΟΛΠΟΟΜΑΙ |
Transliteration A: apokolpóomai | Transliteration B: apokolpoomai | Transliteration C: apokolpoomai | Beta Code: a)pokolpo/omai |
Pass.,
A form a bay, Arist.Mu.393a26.
ἀποκολπόομαι: παθ., σχηματίζω κόλπον, ἐπὶ θάτερα δὲ οὐχ ὁμοίως ἀποκολπούμενος τρία ποιεῖ πελάγη Ἀριστ. π. Κόσμ. 3. 9.