συγγενικός

Revision as of 19:52, 9 August 2017 by Spiros (talk | contribs) (Bailly1_4)

English (LSJ)

ή, όν,

   A congenital or hereditary, of a predisposition to disease, Hp.Epid.3.1.σ, cf. Plu.Per.22; σ. τρίχες Arist.Pr.878b27 (cf. συγγενής 1); τὸ σ. τέλος our congenital end, Nausiph.2, Polystr.Herc.346p.86V., cf. Epicur.Ep.3p.63U. Adv. -κῶς Id.Ep.1p.24U.    II of or for kinsmen, σ. φιλία between kinsfolk, opp. ἑταιρική, Arist.EN1161b12; σ. ἱερωσύναι D.H.2.21; σ. ἀρχιερατικοὶ στέφανοι OGI470.20 (Odemish, i A.D.); τὰ ἀρχῆθεν ὑπάρχοντα ταῖς πόλεσιν πρὸς ἀλλήλας σ. δίκαια IG12(9).4.7 (Carystus, ca. i B.C.); κατὰ τὸ σ. Sammelb.4638.6 (ii B.C.); συγγενικῆς θεᾶς Ἴσιδος Bull.Soc.Alex.5.273 (ii A.D.). Adv. -κῶς like kinsfolk, D.25.89, Polyaen.5.2.8.    2 metaph., kindred, of a common kind, ἔχειν τὴν μορφὴν σ. Arist.HA623b6; τὰ κοινὰ καὶ σ. things common and of our own nature, Alex.30.7; εἴδη πρὸς ἄλληλα σ. Arist.HA531b22.    3 of, belonging to the συγγενεῖς (111), Phan.Hist.11, Arch.Pap.1.220 (Ptolemaic).

German (Pape)

[Seite 961] ή, όν, den Vecwandten. gehörig. ste betreffend, φιλοστοργία, Pol 32, 11. 1; auch adv., συγγενικῶς καὶ φιλανθρώπ ως οἰκεῖτε τὴν πόλιν, Dem. 25, 89. Vgl. συγγένεια.

Greek (Liddell-Scott)

συγγενικός: -ή, -όν, σύμφυτος, συμπεφυκὼς ἢ κληρονομικός, ἐπὶ προδιαθέσεως εἰς νόσον, Ἱπποκρ. Ἐπιδημ. τὸ γ΄ 1074, πρβλ. Πλουτ. Περικλ. 22, Διογ. Λ. 10. 129· σ. τρίχες Ἀριστ. Προβλ. 4. 18, 1. ΙΙ. ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς συγγενεῖς, Λατιν. gentilicius, σ. φιλία, ἡ μεταξὺ συγγενῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἑταιρική, ὁ αὐτ. ἐν Ἠθ. Νικ. 8. 14, 1· σ. ἱερωσύναι Διονύσ. Ἁλ. 2. 21· τὰ ... πρὸς ἀλλήλους σ. δίκαια Συλλ. Ἐπιγραφ. (προσθῆκαι) 215b - Ἐπίρρ. -κῶς, κατὰ τρόπον συγγενικόν, ὡς συγγενεῖς, Δημ. 797. 2. 2) μεταφ., ὁμογενής, ὁμοειδής, ὅμοιος, ἔχειν τὴν μορφὴν σ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστορ. 9. 4, 1· τὰ κοινὰ καὶ σ., πράγματα κοινὰ καὶ ἀνήκοντα εἰς τὴν ἡμετέραν φύσιν, Ἄλεξις ἐν «Ἀχαΐδι» 1. 7· εἴδη πρὸς ἄλληλα σ. Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 7, 1· - Ἐπίρρ., ἐπὶ ταύτης τῆς σημασ., Διογ. Λ. 10. 72. 3) ὁ ἀνήκων εἰς συγγενεῖς (ΙΙΙ), Ἀθήν. 48Ε.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 de parent, qui concerne des parents;
2 qui vient de naissance, naturel.
Étymologie: συγγενής.