Μυτιληνιός
From LSJ
πείθεται πᾶς ἥδιον ἢ βιάζεται (Dio Cassius, Historiae Romanae 8.36.3) → it's always more pleasant to be persuaded than to be forced
Greek Monolingual
ο, θηλ. Μυτιληνιά και Μυτιληναίος, θηλ. Μυτιληναία (ΑΜ Μυτιληναίος) Μυτιλήνη
αυτός που κατάγεται από τη Μυτιλήνη ή ο κάτοικος της Μυτιλήνης.