Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άκρα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(I)
η (Α ἄκρα)
(θηλυκό του επιθέτου άκρος ως ουσιαστικό)
βλ. άκρη.
(II)
τα (Α ἄκρα)
πληθυντικός του άκρο(ν).
(III)
επίρρ. άκρος
λίγο, ελαφρά.