Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγιασμένος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἡγιασμένος, -η, -ον) αγιάζω
1. (για πράγματα) αυτός που με θρησκευτική τελετή έγινε άγιος, ιερός
2. (για ανθρώπους) αυτός που άγιασε με την ενάρετη ζωή του.