Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγιασμένος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἡγιασμένος, -η, -ον) αγιάζω
1. (για πράγματα) αυτός που με θρησκευτική τελετή έγινε άγιος, ιερός
2. (για ανθρώπους) αυτός που άγιασε με την ενάρετη ζωή του.