Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αετόμορφος

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος -> He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

και αϊτόμορφος, -η, -ο (Α ἀετόμορφος, -ον)
αυτός που έχει μορφή ή σχήμα αετού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀετὸς + μορφή.