αλωναριάτικος

From LSJ

ἀνήρ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ προσκολληθήσεται → a man cleaves each to his fellow, each to one's fellow

Source

Greek Monolingual

-η, -ο αλωνάρης
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον Αλωνάρη, στον μήνα Ιούλιο.