Μακάριος, ὅστις οὐσίαν καὶ νοῦν ἔχει → Felix, qui mentem cum divitiis possidet → Glückselig, wer Vermögen und Vernunft besitzt
(Α ἀνατιμῶ, -άω)υψώνω την τιμή, υπερτιμώ, ακριβαίνω.