Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανομοιόμορφος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που διαφέρει στη μορφή ή στο σχήμα από κάποιον άλλο
2. αυτός που αποτελείται από μέρη που διαφέρουν μεταξύ τους κατά τη μορφή
3. αυτός που δεν έχει την ίδια πάντοτε μορφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανόμοιος + -μορφος < μορφή. Η λ. μαρτυρείται από το 1870].