Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανομοιόμορφος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που διαφέρει στη μορφή ή στο σχήμα από κάποιον άλλο
2. αυτός που αποτελείται από μέρη που διαφέρουν μεταξύ τους κατά τη μορφή
3. αυτός που δεν έχει την ίδια πάντοτε μορφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανόμοιος + -μορφος < μορφή. Η λ. μαρτυρείται από το 1870].