Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άλλο

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

επίρρ.
βλ. άλλος.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Ουδέτερο του άλλος με επιρρηματική χρήση).