Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απόκτηση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀπόκτησις)
το να αποκτά κάποιος κάτι
αρχ.
η απώλεια.