Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απώλεια

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

η (AM ἀπώλεια)
1. το να χαθεί κάποιος ή κάτι
2. ο θάνατος, ο χαμός
3. ηθική καταστροφή, διαφθορά
νεοελλ.
1. ζημιά, βλάβη
2. ελάττωση της αρχικής ποσότητας, διαφυγήαπώλεια στο αέριο»)
3. στον πληθ. οι απώλειες
το σύνολο των νεκρών, τραυματιών, αιχμαλώτων και αγνοουμένων κατά τον πόλεμο ή τη μάχη
αρχ.
καταστροφή, όλεθρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. «απόλλυμι. Το ω του τ. οφείλεται στον νόμο της έκτασης εν συνθέσει (πρβλ. μονώνυξ τριώροφος, κ.τ.ό.)].