Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κάποιος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-α, -ο (Μ κάποιος, -α, -ον και ὁκάποιος, -α, -ον)
(αόρ. αντωνυμία) έναςκάποιος σέ ζητούσε»)
νεοελλ.
1. λίγος, μικρός («έχει κάποια αξία»)
2. στον πληθ. κάποιοι, -ες, -α
μερικοί, ορισμένοι («κάποιοι έχουν αντίθετη γνώμη»)
3. φρ. α) «νομίζει ότι είναι κάποιος» ή «κάνει τον κάποιο» — έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του
β) «θέλει να γίνει κάποιος» — έχει μεγάλες φιλοδοξίες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κά-ποιος (< κἄν + ποῖος) σχηματίστηκε αναλογικά προς το θηλ. κάποια, που κι αυτό είναι προϊόν αναλογίας προς τον τ. καμιά. Ο τ. ὁκάποιος σχηματίστηκε αναλογικά προς άλλες αόρ. αντων. (πρβλ. ὅποιος) επειδή το αρκτικό ο- θεωρήθηκε ότι προσδίδει αοριστολογικό χαρακτήρα. Δεν πρόκειται επομένως για συνεκφορά της αντωνυμίας με το άρθρο , όπως θεωρήθηκε αρχικά, εφόσον το αρκτικό αυτό στοιχείο εμφανίζεται και σε επιρρμ. τύπους, όπως ὁκάπου, ὁκάποτε].