Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρκαδικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀρκαδικός, -ή, -όν)
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Αρκαδία
νεοελλ.
(ως λογοτεχνικός όρος) εκείνος που αναφέρεται στην ειδυλλιακή ποιμενική ζωή.