αρπαγή

Greek Monolingual

η (Α ἁρπαγή) αρπάζω
η βίαιη αφαίρεση ξένων πραγμάτων
αρχ.
1. τα λάφυρα, η λεία
2. η απληστία, η επιθυμία αρπαγής.