Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιθυμία

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και επιθύμια και επιθυμιά και αποθυμιά, η (AM ἐπιθυμία, Μ και ἐπιθύμια και ἐπιθυμιά και ἀποθυμιά) επιθυμώ
1. πόθος, λαχτάρα («με επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ», Σολωμός)
2. ερωτική, σαρκική επιθυμία, πόθος, ηδονή
μσν.
1. ανυπομονησία, αγωνία
2. ακόρεστη επιθυμία, απληστία
3. (για γυναίκα) ποθητή, αγαπημένη
4. αγάπη
5. το αντικείμενο της αγάπης
6. θέληση
αρχ.-μσν.
1. ζήλος, ενθουσιασμός, ενδιαφέρον, όρεξη
2. το αντικείμενο της επιθυμίας.