Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφαίρεση

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (AM ἀφαίρεσις)
1. η απόσπαση, ο αποχωρισμός ενός μέρους από ένα σύνολο
2. η αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης
3. η αντίστροφη πράξη της πρόσθεσης στα μαθηματικά
4. η νοητική διαδικασία με την οποία αφήνονται καταμέρος ατομικά χαρακτηριστικά των πραγμάτων και μένουν τελικά τα κοινά στοιχεία που προσδιορίζουν τη φύση ενός αριθμού πραγμάτων
νεοελλ.
υπεξαίρεση χρημάτων
αρχ.-μσν.
αποκοπή μέλους του σώματος
μσν.
(για τον ήλιο) έκλειψη
αρχ.
αγωγή για αναγνώριση της ελευθερίας κάποιου που θεωρείται δούλος.