ασμάτιον

From LSJ

τὰ ἀφανῆ τοῖς φανεροῖς τεκμαίρου → analyze the unknown based on the known

Source

Greek Monolingual

ἀσμάτιον, το (Α)
υποκορ. το μικρό, σύντομο άσμα.