Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αφάνταστος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἀφάνταστος, -ον)
νεοελλ.
1. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να φανταστεί, ο εξαιρετικός
2. αυτός που δεν είναι φαντασμένος, ο σεμνός
αρχ.-μσν.
1. ο μη φανταστικός, ο αληθινός
2. όποιος δεν φαντάζεται κάτι ή δεν έχει κάποιο όραμα
3. αυτός που δεν έχει φαντασία
αρχ.
(για τον ύπνο) χωρίς όνειρα.