βελονογλωσσικός
From LSJ
Μὴ σπεῦδε πλουτεῖν, μὴ ταχὺς πένης γένῃ → Ditescere properans, inops fies cito → Vermeide schnellen Reichtum, sonst verarmst du schnell
Greek Monolingual
-ή, -ό
ανατ. φρ. «βελονογλωσσικός μυς» — ένας από τους μύες της γλώσσας που εκφύεται από τη βελονοειδή απόφυση του κροταφικού οστού.