Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαλακτόρρυτος

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

γαλακτόρρυτος, -ον (Α)
αυτός από τον οποίο ρέει γάλα («γαλακτόρρυτοι κρῆναι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα (-κτος) + -ρρυτος < ρυτός < ρέω (πρβλ. αιμόρρυτος, μελίρρυτος)].