Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γαλακτόρρυτος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

γαλακτόρρυτος, -ον (Α)
αυτός από τον οποίο ρέει γάλα («γαλακτόρρυτοι κρῆναι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γάλα (-κτος) + -ρρυτος < ρυτός < ρέω (πρβλ. αιμόρρυτος, μελίρρυτος)].