Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γάλα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: γάλα Medium diacritics: γάλα Low diacritics: γάλα Capitals: ΓΑΛΑ
Transliteration A: gála Transliteration B: gala Transliteration C: gala Beta Code: ga/la

English (LSJ)

[], τό, gen. γάλακτος (also γάλακος, dat.

   A γάλακι Call.Hec. 1.4.4, prob. in Pherecr.108.18, cf. An.Ox.4.338), also τοῦ γάλα indecl., Pl.Com.238: dat. pl. γάλαξι Pl.Lg.887d. (For γλακτ-, cf. Lat.lac for glact):—milk, ἀμελγόμενοι γ. λευκόν Il.4.434, cf. Od.4.88, etc.; εὔποτον γ., εὐτραφὲς γ., A.Pers.611, Ch.898; ἐν γάλακτι ὤν, τεθραμμένη, at the breast, E.HF1266, Pl.Ti.81c; ἐν γάλαξι τρέφεσθαι Id.Lg.l.c. (so metaph., ἐν σπαργάνοις καὶ γάλαξιν εἶναι, of art, Ael.VH 8.8); διδόναι γάλα X.Cyn.7.4; ἐμπλῆσαι γάλακτος to fill full of milk, Theoc.24.3: metaph., οἶνος, Ἀφροδίτης γ. Ar.Fr.596.    2 ὀρνίθων γ. (ὄρνιθος γάλα, = ὀρνιθόγαλον, Nic.Fr.71.5, Dsc.2.144), prov. of rare and dainty things, Ar.V.508, Av.734, Mcn.936; τὸ λεγόμενον, σπανιώτατον πάρεστιν ὀρνίθων γ. Mnesim.9, cf. Ach. Tat.Intr.Arat. 4 (expld. by Anaxag.22 as white of egg, cf. Sch.Luc.Merc.Cond. 13).    3 ἀγαθὸν γ. a good wet-nurse, Call.Epigr.51; οὐδ' εἰ γ. λαγοῦ εἶχον… καὶ ταὧς, κατήσθιον Alex.123.    II milky sap of plants, Thphr.HP6.3.4, etc.    III the milky way, Parm.11, Arist.Mete. 345a12, Arat.476; but ὁ τοῦ γάλακτος κύκλος Euc.Phaen.p.4M., Gem.5.69.

German (Pape)

[Seite 470] ακτος, τό (nach Eust. Od. 1761, 38 u. 1818, 24 auch γάλατος, wonach Dind. u. Mein. in Pherecrat. frg. bei Ath. VI, 269 a γάλατι für γάλακτι schreiben wollen; γάλα gen. aus Plat. com., s. Eust. Il. p. 961, 51; – vgl. lac, γλάγος), 1) Milch, von Menschen u. Thieren, von Hom. an überall; Hom. γάλα λευκόν Iliad. 4, 434. 5, 902; λευκοῖο γάλακτος Odyss. 9, 246; vom μῶλυ Odyss. 10, 304 ῥίζῃ μὲν μέλαν ἔσκε, γάλακτι δὲ εἴκελον ἄνθος; γλυκεροῖο γάλακτος Odyss. 4, 88; αἰεὶ παρέχουσιν ἐπηετανὸν γάλα θῆσθαι Odyss. 4, 89; vom Kyklopen ἀνδρόμεα κρέ' ἔδων καὶ ἐπ' ἄκρητον γάλα πίνων Odyss. 9, 297. – Pind. N. 3, 75 u. Folgde; γάλα ἔχειν, γάλα δοῦναι, ἐν γάλακτι τρέφεσθαι, von Säuglingen, Plat. Tim. 81 c; auch plur., ἐν γάλαξι Legg. X, 887 d; vgl. Ael. H. A. 8, 8; ἐν γάλακτι εἶναι Eur. Herc. Fur. 1269; übertr., die Amme, Callim. 43 (VII, 458). – 2) der Saft von Pflanzen, = ὀπός, Medic. – 3) die Milchstraße, οὐράνιον Parmenid. frg. Arist. Meteorl. 1, 8. – 4) ὀρνίθων γάλα, was bei Nic. Ath. IX, 371 c eine Pflanze ist, wird sprichwörtlich von seltenen leckeren Speisen u. übh. von auserlesenen Glücksgütern gebraucht, Ar. Vesp. 508 u. öfter; nach Schol. Av. 733 ἐπὶ τῶν λίαν εὐδαιμονούντων – ἢ ἐπὶ τῶν σπανίων καὶ δυσευρέτων ἀγαθῶν; vgl. Luc. Merc. cond. 13, Strab. XIV, 1, 15, bes. Diogen. 3, 92.

Greek (Liddell-Scott)

γάλα: [υυ], τό, γεν. γάλακτος, ὡσαύτως γάλατος Φερεκρ. Μεταλλ. 1. 18 (ἴδε Meineke ἐν τόπῳ, Δινδ. Εὐρ. Φοιν. 1527, πρβλ. γαλατοθρέμμωνὡσαύτως τοῦ γάλα ἄκλ., Πλάτ. Κωμ. Ἀδήλ. 39 (ἔνθα ἴδε Meineke)· δοτ. πληθ. γάλαξι Πλάτ. Νόμ. 887D. (Ὁ τύπος γάλακτ φαίνεται ἐν τῷ Λατ. lact (lac), μετὰ προθεματικοῦ γα· πρβλ. ὡσαύτως γλάγος, γάλατος· εἶναι δύσκολον νὰ μὴ πιστεύσῃ τις ὅτι τὸ Γοτθ. m:-luk-s (ἀγγλ. milk) εἶναι τύπος ἰσοδύναμος, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ ἀμέλγω, mulgeo, θὰ ὦσι συγγενῆ πρὸς τὴν προκειμένην λέξιν).
Γάλα, ὡς καὶ παρ’ ἡμῖν, Ὅμ., κλπ.· εὔποτον γ. εὐτραφὲς γ. Αἰσχύλ. Πέρσ. 611, Χο. 898· ἐν γάλακτι εἶναι, γενέσθαι, εἶμαι «εἰς τὸ βυζί», Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 1266, Πλάτ. Τιμ. 81C· ἐν γάλαξι τρέφεσθαι ὁ αὐτ. Νόμ. ἔνθ’ ἀνωτ.· γάλα δοῦναι Ξεν. Κυν. 7, 4· ἐμπλῆσαι γάλακτος, νὰ γεμίσῃ ἐντελῶς μὲ γάλα, Θεόκρ. 24. 3· μεταφ. -οἶνος, Ἀφροδίτης γάλα Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 490.2) ὀρνίθων γάλα (ὄνομα φυτοῦ τινος, Νικ. παρ’ Ἀθην. 371C, πρβλ. ornithogalum), ἀλλὰ τὸ πλεῖστον παροιμιωδῶς ἐπὶ σπανίων καὶ πολυτελῶν πραγμάτων, ὡς παρ’ ἡμῖν «τοῦ πουλιοῦ τὸ γάλα», Ἀριστοφ. Σφηξ. 508, Ὄρν. 733, ἔνθα ἴδε Σχόλ., Στράβ. 637· οὕτως, οὐδ’ εἰ γάλα λαγοῦ εἶχον ... καὶ ταῶς, κατήσθιον Ἄλεξ. Λαμπ. 1· οὕτω παρὰ Πλινίῳ, gallinacei lactis haustus, οὕτω καὶ παρ’ Ἄγγλοις παροιμιωδῶς «pigeon’s milk».
ΙΙ. ὁ ὀπὸς φυτῶν τινων, οἷον τῶν θριδάκων (μαρουλίων), Ἀριστ. Φυτ. 2. 9, 11, Θεόφρ. Ι. Φ. 6. 3, 4, κτλ.ΙΙΙ. τὸ γάλα, ὁ γαλαξίας ἐν οὐρανῷ, Ἀναξαγ. και ἀλλ.· παρ’ Ἀριστ. Μετεωρ. 1. 8, 4, πρβλ. 1. 1, 2., 1. 6, 1.

French (Bailly abrégé)

γάλακτος (τό) :
lait.
Étymologie: pour *γλακτ-, *γλακτος ; cf. lat. lac, anc. lat. lact, gén. lactis, de *glact, *glactis.

English (Autenrieth)

γάλακτος: milk.

English (Slater)

γᾰλα
   1 milk προβάτων γὰρ ἐκ πάντων κελάρυξεν θηλᾶν γάλα (cf. Plut., 409b: οἱ μὲν περὶ τὸ Γαλάξιον τῆς Βοιωτίας κατοικοῦντες ᾔσθοντο τοῦ θεοῦ (= Ἀπόλλωνος) τὴν ἐπιφάνειαν ἀφθονίᾳ καὶ περιουσίᾳ γάλακτος.) *fr. 104b. 3*. ἀπὸ μὲν λευκὸν γάλα χερσὶ τραπεζᾶν ὤθεον fr. 166. 3. met., ἐγὼ τόδε τοι πέμπω μεμιγμένον μέλι λευκῷ σὺν γάλακτι (i. e. τὸν ὕμνον) (N. 3.78)

Spanish (DGE)

(γάλᾰ) -ακτος, τό

• Alolema(s): γάλαξ (prob. forma artificial) Trypho Fr.64, Hdn.Gr.1.352, 2.219, A.D.Adu.137.25, Eust.1627.35

• Prosodia: [-ᾰ-]

• Morfología: [gen. γάλατος Eust.620.3, 906.58; dat. γάλακι Call.SHell.288.57, Eust.619.35, plu. γάλαξι Pl.Lg.887d; tb. indecl. τοῦ γάλα Pl.Com.247]
I 1leche
a) de animal ἀμελγόμεναι (ὄϊες) γ. λευκόν Il.4.434, cf. Od.4.88, Lyr.Adesp.79.4, αἴγειον Hp.Morb.3.16, μήλειον ἢ βόειον ἢ μεμειγμένον E.Cyc.218, cf. Hierocl.Facet.103, λεόντεον Alcm.56.5, ὄνειον Hp.Nat.Mul.15, Hippiatr.1.28, cf. Hp.Nat.Mul.3, γ. κυνός PHolm.11, Hippiatr.11.34, γ. λαγοῦ leche de liebre como ej. de cosa rara y exquisita (cf. II 1) Alex.128, τῶν ἐχόντων γάλα ζῴων Arist.HA 522b17, ἄκρητον γ. leche pura, no aguada, Od.9.297, ὃς ... ἂν ... ἐρίζοι καὶ γάλακι χροιήν el cual competiría incluso con la leche en cuanto a su color (el cuervo), Call.l.c., ἡ τοῦ γάλατος ὑποστάθμη Eust.906.58
alimento favorito de los centauros, Eust.916.38;
b) humana, de madre o nodriza γ. μητρός h.Cer.236, h.Merc.267, εὐτραφὲς γ. A.Ch.898, γυναικεῖον γ. Hp.Morb.3.2, Hippiatr.Cant.8.13
utilizada en la fabricación de perlas PHolm.198 (IV d.C.)
ἐν γάλακτι εἶναι estar en la lactancia, ser lactante E.HF 1266, (παῖδες) ἔτι ἐν γάλαξι τρεφόμενοι Pl.l.c., cf. Ti.81c, ἐν σπαργάνοις καὶ γάλαξι εἶναι estar en mantillas ref. a la pintura, Ael.VH 8.8
διδόναι γ. amamantar, criar con leche X.Cyr.7.4, ἐμπλῆσαι γάλακτος hartar de leche Theoc.24.3, cf. Gal.17(2).95, τὰ γάλακτα, ἀδελφὰ τῶν ἐπιμηνίων Hp.Epid.2.3.17, cf. Gal.4.177, Orib.Syn.2.52
frec. en contratos de amas de cría ὁμολογῶ τροφεύσειν ... [καὶ θη] λάσειν τῷ ἰδίῳ γάλακτι ... παιδίον ἐπ' ἔτη δύο SB 11248.69 (I a.C.), cf. CPGr.1.10.6 (I a.C.), 28.9 (II d.C.);
c) usada para dulces y postres, frec. unida a la miel τυρακίνας δὲ γάλακτι ... συγκατάφυρτος pastel de queso batido con leche Philox.Leuc.(e).18, μέλι καὶ γ. σύμπακτον Philox.Leuc.(b).37, χόνδρος γάλακτι κατανενιμμένος Pherecr.113.18 (cf. χονδρόγαλα)
tb. en sacrificios o libaciones A.Pers.611, μετὰ μέλιτος προλαβεῖν IG 42.126.15 (Epidauro II d.C.);
d) utilizada en medic. y ciencia γάλαξι δὲ χρησάμενος ... αἰγείοισι καὶ μηλείοισι Hp.Epid.3.17.13, cf. 7.115, Gal.17(2).69, para curar heridas, Eust.619.35
para fabricar sustancias blanqueadoras PHolm.61.
2 p. ext. nodriza, ama de cría ἀγαθὸν γ. Call.Epigr.50.1.
3 ὄρνιθος γ. analóg. clara de huevo Anaxag.B 22, Ach.Tat.Intr.Arat.4, Eust.1485.28, Sch.Luc.Merc.Cond.13, cf. II 1 y ὀρνιθόγαλον.
II usos fig., metáf. y rituales
1 leche, lo más exquisito οἶνος, Ἀφροδίτης γ. Ar.Fr.613
prov. ὀρνίθων γ. leche de pájaros, e.e. cosa rara y exquisita Ar.V.508, τὸ λεγόμενον σπανιώτατον πάρεστιν ὀρνίθων γ. Mnesim.9, cf. Men.Fr.892, Luc.Merc.Cond.13, Eust.1485.30, cf. I 3.
2 leche como exponente de fertilidad o riqueza manando de la tierra como tal símbolo ῥεῖ δὲ γάλακτι πέδον E.Ba.142, cf. 710, de la tierra prometida en el AT γῆν ῥέουσαν γ. καὶ μέλι LXX Ex.13.5, cf. Ib.29.6.
3 leche, símbolo del renacimiento de iniciados en los misterios ἔριφος ἐς γάλ' ἔπετον ref. al iniciado, Orph.Fr.32c.11, cf. Sallust.4.10
como alimento espiritual para los que se inician en el cristianismo 1Ep.Cor.3.2, 1Ep.Petr.2.2, Ep.Hebr.5.12, Clem.Al.Paed.1.6.49, ofrecida a los recién bautizados Ep.Barn.6.17a.
II bot.
1 ὄρνιθος γ. leche de gallina, Ornithogalum umbellatum L., Nic.Fr.71.5, Dsc.2.144.
2 savia lechosa de algunas plantas, Thphr.HP 6.3.4.
3 zumo lechoso de algunas frutas γ. ... τὸν τῆς συκῆς λέγουσιν ὀπὸν ... ἔτι δὲ καὶ τὸν τοῦ τιθυμάλλου Eust.1485.27.
III astr. τὸ Γ. la Vía Láctea Parm.B 11, Arist.Mete.345a12, Arat.476, tb. ὁ τοῦ γάλακτος κύκλος Euc.Phaen.p.4, Gem.5.69.

• Etimología: Gener. se postula un tema *g°lakt- c. la -t- originariamente en nom.-ac., de donde se extendió a los demás casos, cf. lat. lac, lactis, gót. miluks ‘leche’. La r. sería *melg-, *melk- de ide. *ml̥g-, v. ἀμέλγω.
v. καλός.

English (Abbott-Smith)

γάλα, -ακτος, τό [in LXX for חלב;]
milk: I Co 9:7. Metaph., of elementary Christian teaching: I Co 3:2, He 5:12, 13; τὸ λογικὸν ἄδολον γ., the rational (spiritual) genuine milk (v. Hort, in l.), I Pe 2:2 (in support of AV, milk of the word, v. ICC, in l.).†

English (Strong)

of uncertain affinity; milk (figuratively): milk.

English (Thayer)

γάλακτος (cf. Latin lac; Curtius, § 123), τό (from Homer down), milk: the less difficult truths of the Christian religion, Quintilian 2,4, 5 " doctoribus hoc esse curae velim, ut teneras adhuc mentes more nutricum mollius alant et satiari velut quodam jucundioris disciplinae lacte patiantur," (cf. Siegfried, Philo von Alex., p. 329, cf. p. 261)); of the word of God, by which souls newly regenerate are healthfully nourished unto growth in the Christian life, 1 Peter 2:2.

Greek Monolingual

το (γεν. γάλακτος και γαλάτου) (AM γάλα, γεν. γάλακτος)
1. έκκριμα του μαστού που προορίζεται για τη διατροφή τών νεογνών τών θηλαστικών
2. ο γαλακτώδης οπός της συκιάς και άλλων φυτών και καρπών
3. σπάνιο και δυσεύρετο πράγμα («του πουλιού το γάλα», «ὀρνίθων γάλα», Αριστοφ., Λουκιανός)
4. φρ. «ῥέει μέλι καὶ γάλα» — υπάρχουν άφθονα αγαθά
νεοελλ.
1. κάθε υγρό λευκό σαν γάλαγάλα για άσπρισμα» — ασβέστης διαλυμένος μέσα σε νερό)
2. φρ. α) «γάλα του κουτιού» — παστεριωμένο ή συμπυκνωμένο
β) «γάλα σκόνη» — γάλα που έχει στερεοποιηθεί με τεχνικά μέσα
γ) «αρνί, μοσχάρι κ.λπ. του γάλακτος» — μικρό ζώο που θηλάζει ακόμη ή το κρέας τέτοιου ζώου
δ) «μέλι, γάλα» — σε περιπτώσεις ομόνοιας και σύμπνοιας
ε) «έφτυσα της μάννας μου το γάλα» — πέρασα πολλές και μεγάλες ταλαιπωρίες
στ) «απ' τη στέρφα γίδα βγάζει γάλα» — για κάποιον που κερδίζει και από τα ασήμαντα ή τα ανέλπιστα
ζ) «απ' της συκιάς το γάλα» — για μακρινή ή ανύπαρκτη συγγένεια
μσν.
η πνευματική τροφή τών Αγίων Γραφών και της Εκκλησίας
αρχ.
1. το ασπράδι του αβγού
2. η τροφός, η παραμάννα
3. ο Γαλαξίας
4. φρ. «Ἀφροδίτης γάλα» — το κρασί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ήδη ομηρική, που εμφανίζει τις εξής μορφές θέματος: γαλακ- (πρβλ. γαλακόχρως), γαλακτ- (πρβλ. γαλακτοπαγής), γλακ- (πρβλ. γλακώντες
μεστοί γάλακτος, πιθ. και γλάγος < γλακος) και γλακτ- (πρβλ. γλακτοφάγος). Αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίζεται ότι ανάγεται σε glαkt- (πρβλ. γλακτοφάγος) > γάλα (με σίγηση τών ληκτικών κλειστών συμφώνων και ανάπτυξη του -α-), απ' όπου αναλογικά και η γεν. γάλακτος (αντί γλακτός). Σχετικά με την παρουσία του -τ- έχει ακόμη υποτεθεί ότι αρχικά υπήρχε μόνο στην ονομαστική και αιτιατική (πρβλ. αρχ. ινδ. yάkrt «ήπαρ»), απ' όπου επεκτάθηκε και στις άλλες πτώσεις. Σύμφωνα εξάλλου με νεώτερη άποψη, ως αρχικός τύπος θεωρείται το γλάγος: γλαγ- < βλαγ- < mlg (πρβλ. βλέπω -γλέπω, βλέφαρον - γλέφαρον), ασθενή μεταπτωτική βαθμίδα της ρ. melg-, melk- (πρβλ. αμέλγω). Προφανής είναι η σχέση της λ. γάλα με το λατ. lac (lactis) «γάλα» (> μσν. ιρλ. lαch), παρά την απουσία του αρχικού λαρυγγικού φθόγγου -g (< glαkt-). Η λ. γάλα ως α' συνθετικό σχηματίζει αξιόλογο αριθμό συνθέτων με τις μορφές γαλακτ(ο)-, γαλατο-, γαλ(ο)-, σπάνια δε γαλακο- και (με άλλη μεταπτωτική βαθμίδα) γλακτο-. Τέλος, ως β' συνθετικό απαντά με τις μορφές -γάλα, -γάλακτος, -γάλο και σπάνια -γαλος, -γάλατος, -γάλαξ.
ΠΑΡ. γαλακτίας, γαλακτίζω, γαλακτικός, γαλάκτινος, γαλακτίτης, γαλακτώδης, γαλαξίας
αρχ.
γαλάκτιον, γαλακτούμαι, γάλαξ, Γαλάξια
αρχ.-μσν.
γαλακτίς
μσν.- νεοελλ.
γαλεύω
νεοελλ.
γαλα(κ)τερός και γαλαχτερός, γαλακτότητα, γαλάρης, γαλατάρης, γαλατάς, γαλατένιος, γαλάτη, γαλατιάζω και γαλατσιάζω, γαλατιανός, γαλατίτσα, γαλατώνω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) γαλαθηνός, γαλακτοειδής, γαλακτοπότης, γαλακτοτροφία, γαλακτούχος, γαλακτοφάγος, γαλακτοφόρος, γαλακτόχρους, γαλούχος
αρχ.
γαλακόχρως, γαλακτοδοτώ, γαλακτοπαγής, γαλακτόρρυτος, γαλακτουργός, γαλακτουχία, γαλακτοφαγώ, γλακτοπαγής, γλακτοφάγος, γλακτοφόρος
αρχ.-μσν.
γαλακτοτροφώ
μσν.
γαλακτοποιώ, γαλακτότροφος
μσν.- νεοελλ.
γαλακτοπώλης, γαλακτοτρέφω
νεοελλ.
γαλαδερφός, γαλακταγωγός, γαλακταιμία, γαλακτάλευρο, γαλακτοαραιόμετρο, γαλακτοβιομηχανία, γαλακτοβουτυρόμετρο, γαλακτογόνος, γαλακτοδίαιτα, γαλακτοδοχείο, γαλακτοθεραπεία, γαλακτοκήλη, γαλακτοκόμος, γαλακτόκονις, γαλακτόλιθος, γαλακτολογία, γαλακτομέτρηση και γαλακτομετρία, γαλακτόμετρο, γαλακτοπαραγωγή, γαλακτοπαραγωγός, γαλακτοποιός, γαλακτοπυκνόμετρο, γαλακτόρροια, γαλακτοσάκχαρο, γαλακτοστασία, γαλακτοσκόπηση και γαλακτοσκοπία, γαλακτοφορίτιδα, γαλάλιθος, γαλαντλία, γαλα(κ)τομπούρεκο και γαλατομπούρεκο, Γαλατόπεφτη, γαλατόπετρα, γαλατόπιττα και γαλόπιττα, γαλατοτύρι, γαλατόχαντρα, γαλατόχοντρος, γαλατόχορτο, γαλομέτρα, γαλόρυζο, γαλοτύρι.(Β' συνθετικό: -γάλα), αφρόγαλα, πρωτόγαλα, τυρόγαλα
αρχ.
οινόγαλα, οξύγαλα, ῳόγαλα
νεοελλ.
αμυγδαλόγαλα, αμυλόγαλα, ανθόγαλα, ασβεστόγαλα, βουτυρόγαλα, κατσικόγαλα, μαννόγαλα, νερόγαλα, ξινόγαλα, πρόσγαλα, συκόγαλα.(Β' συνθετικό: -γάλακτος) αγάλακτος, πολυγάλακτος
αρχ.
απογάλακτος, αρτιγάλακτος, ευγάλακτος, λιπογάλακτος, συγγάλακτος
νεοελλ.
ομογάλακτος.(Β' συνθετικό: -γαλο) νεοελλ. αγελαδόγαλο, αθόγαλο, αφρόγαλο, γαϊδουρόγαλο, μαννόγαλο, ξινόγαλο, πρόσγαλο, πρωτόγαλο, ρυζόγαλο, τυρόγαλο.(Β' συνθετικό: -γάλατος, -γαλος) αρχ. πολύγαλος
νεοελλ.
αγάλατος, άγαλος, γλυκογάλατος·(Β' συνθετικό: -γάλαξ) αρχ. αγάλαξ, αρτιγάλαξ, νεογάλαξ.

Greek Monotonic

γάλα: [˘˘], τό, γεν. γάλακτος, σπάνια γάλατος· γάλα, σε Όμηρ. κ.λπ.· ὀρνίθων γάλα, παροιμ. ρήση για τα σπάνια και πολυτελή πράγματα, το σημερινό κοινώς λεγόμενο «του πουλιού το γάλα», σε Αριστοφ. [πιθ. √ΓΛΑΚ ή ΓΛΑΛ, πρβλ. γεν. γάλακ-τος, γλάγος, και (με το γ να έχει εκπέσει) Λατ.lac, lactis.

Russian (Dvoretsky)

γάλα: γάλακτος (γᾰ) τό
1) молоко Hom., Pind., Arst., Theocr., Plut.; ἐν γάλακτι (ἐν γάλαξι) εἶναι Eur. или τρέφεσθαι Plat. (о грудных младенцах и детенышах) питаться молоком; ὀρνίθων γάλα погов. Arph., Luc. птичье молоко, т. е. небывалое лакомство; Ἀφροδίτης γάλα Arph. = οἶνος;
2) млечно-белый сок (τῶν φυτῶν Arst.);
3) Arst. = γαλαξίας.

Etymological

γάλακτος
Grammatical information: n.
Meaning: milk (Il.);
Other forms: Rare forms dat. γάλακι (Call. Hek. 1, 4, 4), gen. γάλατος (Pap.), τοῦ γάλα (Pl. Com.). - Also γλάγος n. (Β 471). Other forms: γλακῶντες μεστοὶ γάλακτος H.; κλάγος γάλα. Κρῆτες H. (s. below); with hypocoristic gemination γλακκόν γαλαθηνόν H.; and γλακτο-φάγος (Il.); these forms may be due to simple assimilations (or metathesis).
Compounds: Old is γαλα-θη-νός sucking milk (Od.) from γάλα and θῆσθαι; on the suffix cf. ἀγανός etc. (Schwyzer 452), also τιθήνη. γαλακτο-πότης (Hdt.) etc. On γάλα as second member Sommer Nominalkomp. 83.
Derivatives: γαλακτίς (πέτρα) name of a stone (Orph.) = γαλακτίτης (Dsc.; cf. Redard Les noms grecs en -της 53), both also plant names = τιθύμαλλος (Aët., Gloss.; from the juice, s. Strömberg Pflanzennamen 58, Redard 70); γάλαξ name of a white shellfish (Arist.; Strömberg Fischnamen 109; cf Chantr. Form. 379); γάλιον s. v. - Adj.: γαλακτώδης (Arist.) - Denom. verbs: γαλακτίζω, γαλακτόομαι, γαλακτιάω. - With ξ (from τ assibilated before ι?) γαλαξίας (κύκλος) Milky Way (D. S.; s. Chantr. 95; also γαλακτίας Ptol.); γαλάξια n. pl. name of a Cybele feast (inscr., Thphr.), from which Γαλαξιών months name on Delos (Inschr. IIIa). - Independent γαλατμόν λάχανον ἄγριον H. (cf. γάλιον); perhaps from *γαλακτ-μόν (Strömberg Pflanzennamen 58); Fur. 374, 389 compares ἀδαλτόμον. - γάλαγγα s.v. - From γλάγος late γλαγερός, γλαγόεις; also περιγλαγής (Π 642) and γλαγάω (AP). -
Origin: IE [Indo-European] [400] *glkt(-) milk
Etymology: Outside Geek only in Lat. lac. - The basis of the Greek forms is *galakt- or *glakt- seen in γλακτο-φάγος (Ν 6); but the latter can be a simple syncope; Latin also points to *glakt. From *galakt, with loss of the final consonants and development of sec. vowel in nom.-acc.-form (cf. on γυνή) γάλα, and analogical γάλακτος. - J. Schmidt Pluralbild. 179 assumed that the -t originally occurred only in the nom.-acc, as in Skt. yákr̥-t (s. ἧπαρ). As the nom. lost its final consonants (*galakt > *galak > γάλα), the intermediate stage could have given the t-less forms. The Armenian forms, class. kat`n, dial. kaxc` have been explained by Kortlandt, following Weitenberg, (*through an intermediate *kaɫt`- with al < *l̥ ) from *gl̥kt-m, *gl̥kt-s resp. (Rev. Et. Arm. XIX (1985) 22). - From Lat. lac MIr. lacht etc. Szemerényi's proposal (KZ 75, 1958, 17--184), from *mlg\/k from the root of ἀμέλγω, is impossible (as this root was *h₂melǵ-). - Old Chin. lak Kumys in first instance a nordasiatic (turkish) LW [loanword], cf. Turk. dial. raky, araky; from where Arab. araq, Japan. sake etc., s. Karlgren DLZ 1926, 1960f. - Vgl. Schwyzer IF 30, 438ff., Kretschmer Glotta 6, 305, Ernout-Meillet s. lac, Buck Synonyms 385 - Not here Hitt. galaktar Besänftigung, s. Tischler HEW.

Middle Liddell

[The Root seems to be γλακ, or γλαγ, cf. gen. γάλακτος, γλάγος, and (with γ dropt) Lat. lac, lactis
milk, Hom., etc.; ὀρνίθων γάλα, proverb. of rare and dainty things, Ar.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

γάλα -ακτος, τό
1. melk, vanaf Hom. alg.:; τεθραμμένη ἐν γάλακτι gevoed door melk Plat. Tim. 81c; overdr.:; ἐν γάλακτι ὤν als zuigeling Eur. HF 1266; uitdr.:; ὀρνίθων γάλα vogelmelk (gezegd van iets zeldzaams en waardevols) Aristoph. ; uitbr.. ἀγαθὸν γάλα goede voedster AP 7.458.1.
2. astr. de Melkweg. Parm. B 11.2.