Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δερμοτόμος

Greek Monolingual

ο
συσκευή με την οποία αφαιρούνται λεπτά τεμάχια δέρματος για να χρησιμοποιηθούν ως μοσχεύματα σε εξελκώσεις ή εγκαύματα.