Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διευθυντής

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Spanish (DGE)

-οῦ, ὁ calculador ψήφων Vett.Val.42.2, cf. 407.16.

Greek Monolingual

ο (θηλ. διευθύντρια, η) διευθύνω
1. προϊστάμενος υπηρεσίας, επιχειρήσεως ή ιδρύματος
2. ανώτατος βαθμός της ιεραρχίας τών δημόσιων υπαλλήλων.